22 Δεκεμβρίου 2014

Νικόλας Σεβαστάκης-"Να ξεφύγουμε από την αθλιότητα των εξουσιαστικών μικρομηχανισμών και από την τυραννία της αμάθειας."

         Νικόλας Σεβαστάκης
 



"Να ξεφύγουμε από την αθλιότητα των εξουσιαστικών μικρομηχανισμών
                                         και από την τυραννία της αμάθειας."

Ο ακαδημαικός καθηγητής και συγγραφέας κ.Νικόλας Σεβαστάκης μιλά στις Διαδρομές για το νέο του βιβλίο,"Γυναίκα με ποδήλατο",εκδ.Πόλις,για την πεζογραφία που σηματοδοτεί μια νέα σχέση του με τη γραφή  και για την ποίηση.
Επίσης,κάνει λόγο για τις πολιτικές προεκτάσεις ή και  βάσεις που διαπνέουν τα κείμενά του,αλλά και για τα συναισθήματα που κυριαρχούν σήμερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο και στους φοιτητές,ενώ αναφέρεται στους δικούς του "δασκάλους" και στην ανάγκη εξωτερίκευσης των συναισθημάτων του συγγραφέα στα μυθιστορήματά του. 


 Τι είναι αυτό που οδηγεί έναν ακαδημαϊκό να καταπιαστεί με τη λογοτεχνία και την ποίηση;  Ποια ανάγκη σάς ώθησε να γράψετε τη «Γυναίκα με ποδήλατο»; 

Για πολλά χρόνια έγραψα διαφορετικά πράγματα: ποίηση, φιλοσοφικό δοκίμιο και άρθρα παρέμβασης, αυτό που λέμε επιφυλλίδα. Η πεζογραφία έρχεται πολύ αργότερα. Έχω την αίσθηση ότι σηματοδοτεί μια νέα σχέση μου με τη γραφή και όχι ένα πάρεργο ή μια «λοξοδρόμηση» από τα άλλα, τα ακαδημαϊκά γραψίματα και καθήκοντα. Αυτό που με ωθεί πλέον συστηματικά στη μυθοπλαστική γραφή είναι ένα αίτημα κατανόησης το οποίο δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από άλλα είδη λόγου: γνώση-κατανόηση και συγχρόνως παραμυθία, βαθύτερη συμφιλίωση με τις αποχρώσεις και τις λεπτομέρειες προσώπων και καταστάσεων. Το αγαπημένο μου θέμα είναι πάντα ένα πρόσωπο μοιρασμένο άνισα ανάμεσα σε δημόσιες ή κοινωνικές απαιτήσεις και σε ανολοκλήρωτα ατομικά όνειρα. Τέτοια πρόσωπα συναντώ γύρω μου και νομίζω ότι αφηγούνται με τον τρόπο τους ιστορίες αυτού του τόπου και όχι μόνο τα ιδιωτικά τους βάρη. Το ιδιωτικό και το συλλογικό γνέφουν το ένα προς το άλλο διατηρώντας την απόστασή τους, τη μυστηριώδη απόκλισή τους.
 
 
Το βιβλίο έχει έντονη την πύκνωση της ποίησης. Το μικρό διήγημα, η μικρή φόρμα,ταιριάζει καλύτερα στον ποιητή Σεβαστάκη; 

Υπάρχει όντως μια ποιητική προδιάθεση και μια αντίστοιχη εμπειρία της γλώσσας από την οποία δεν απαλλάσσεται κανείς γράφοντας πεζό. Μην ξεχνάμε όμως ότι πολλές φορές είναι το ίδιο το θέμα που «ανεβάζει» ποιητικές στροφές. Όταν , για παράδειγμα, ένα διήγημα ανασυνθέτει σκέψεις και συναισθήματα της παιδικής ηλικίας, εύλογα διασχίζεται από στοιχεία μιας ποιητικής  φαντασίας. Αλλά υπάρχει και μια τομή ανάμεσα στο διήγημα ή στη νουβέλα και στο ποίημα: μια τομή δημιουργική που για μένα αποτελεί πρόκληση. Δεν είναι δηλαδή στην πρόθεσή μου το ποιητικό πεζό, πόσο μάλλον κάποια εκδοχή πεζοποιήματος.
 

Έντονη είναι και η πολιτική απόχρωση.
Ελέχθη ότι η Δώρα, η ηρωίδα του διηγήματος «Γυναίκα με ποδήλατο», διαβάζεται και ως μια αλληγορία για την Αριστερά. Ισχύει; Το είχατε σκεφτεί έτσι;

Για τον πολιτικό χαρακτήρα ορισμένων διηγημάτων μίλησε ένα μέρος της κριτικής. Προφανώς, η δική μου πρόθεση, η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι η μοναδική έγκυρη άποψη για τις σχέσεις αυτές, τις συχνά υπόγειες, ανάμεσα στο κείμενο και την ιστορική στιγμή, στο μυθοπλαστικό υλικό και στα πολιτικά ερωτήματα. Για μένα όμως, η γυναίκα με ποδήλατο, η Δώρα του ομώνυμου διηγήματος, δεν αποτελεί μια αλληγορία της Αριστεράς  όσο μία γυναίκα όπως την πλάθει, την «σχεδιάζει» και την συντρίβει ενίοτε, η φαντασία των γύρω της. Η Δώρα είναι το θύμα ενός εξιδανικευτικού ρομαντισμού που την θέλει εξωτική και ανέγγιχτη αλλά και όμηρος του κοινωνικού φθόνου που της απαγορεύει να ξεφύγει από τη μοίρα της, να αρθεί πάνω από την τοπική κοινότητα.
Από την άλλη, ωστόσο, επειδή είμαι ένα ον πολιτικό και έχω εκτεθεί με δημόσια γραφή σε πολιτικά ζητήματα, κάποιος σκέφτεται ότι οι συγγραφικές μου προθέσεις μου θα είναι και εδώ «πολιτικές». Δεν είναι όμως έτσι, και ας απογοητευτούν όσοι ταυτίζουν πλέον την ενδιαφέρουσα λογοτεχνία με  την ιστορική ή πολιτικότροπη γραφή. Υπάρχει αναμφίβολα πολιτική και ιδεολογική διάσταση σε ορισμένες από τις πιο αυτοβιογραφικές ιστορίες της Γυναίκας με ποδήλατο. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν είχα την πρόθεση να ασκήσω κοινωνική κριτική ή να προβάλλω μια πολιτική στάση «μέσω της λογοτεχνίας». Η λογοτεχνία, έτσι όπως την κατανοώ εγώ, δεν είναι όχημα ούτε διάμεσος προς την πολιτική πράξη και την κοινωνική συνείδηση αλλά αυτοσύστατη διερώτηση για τη σχέση μας με τον κόσμο και τις ιδιαίτερες αλήθειες των άλλων. 
 
 
Στο πρώτο κιόλας διήγημα, δίνετε μια πυκνή-κοινωνική όψη της κρίσης. Μιλάτε για «επιθυμία να ζήσει κανείς προσποιούμενος ότι μετέχει στην ιστορία εκπληρώνοντας συνετά τα καθήκοντά του». Στη σημερινή συγκυρία υπάρχει αυτή η δυνατότητα, έστω της προσποίησης, ότι μετέχουμε στην ιστορία; 

 Το πρώτο διήγημα δεν αναφέρεται στο σήμερα και στην κρίση. Μιλάει για την τεχνική που είχε αναπτύξει ένα παιδί να δηλώνει προς τα έξω επιμελές (μετέχοντας στην Ιστορία και στα «μαθήματά» της) ενώ η βαθύτερη φύση του υπήρξε η ρέμβη και η αγάπη για τις λέξεις και τις αφηγήσεις. Αυτός ο διχασμός άλλοτε βιώνεται άσχημα ως αποτυχία προσαρμογής και άλλοτε διευρύνει το βλέμμα και το αυτί για να τα κάνει πιο ευρύχωρα και διεισδυτικά σε πολλαπλές πραγματικότητες. Η λογοτεχνική πρακτική άλλωστε είναι πιο κοντά στον πολυθεϊσμό των αξιών, στην παραδοχή του ανεξάλειπτου πλουραλισμού των ανθρώπινων κόσμων. Η ενσυναίσθηση, η ικανότητα να μπαίνει κανείς στο δέρμα, στις σκέψεις και στα πάθη του άλλου, ακόμα και του πιο απεχθούς ατόμου, είναι νομίζω η σημαντικότερη αρετή της λογοτεχνίας.  Στη λογική της λογοτεχνίας δεν χωράει η απλοϊκή διαίρεση του  κόσμου σε ‘εμάς’ και ‘αυτούς’. Αντίθετα, όποιος εγκλωβίζεται στην ιδέα του κόσμου ως πολεμικής αρένας  μεταξύ ευδιάκριτων σχηματισμών, χάνει κάθε δυνατότητα να συναισθανθεί τον άλλον, να συνομιλήσει με τον αντίπαλο.
 
 
  Ένας άνθρωπος της γραφής, όπως εσείς, επηρεάζεται από άλλους παλιότερους –έχει τους δικούς του, προσωπικούς δασκάλους. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τους δικούς σας; Έλληνες και ξένους…

Τα μαθήματα των δασκάλων είναι ποικίλα και αλλάζουν μέσα στο χρόνο. Από την πεζογραφική παράδοση αναφέρω τον Φλωμπέρ της αριστουργηματικής Αισθηματικής Αγωγής, τις ιστορίες του Μωπασάν και του Τσέχωφ, τον Γιόζεφ Ροτ και τον Σωλ Μπέλοου. Από μια τελείως άλλη σκοπιά, αναφέρω ως σταθερή επίδραση τον Πωλ Βαλερύ των στοχαστικών αφορισμών. Στα ποιητικά πράγματα, οι δάσκαλοι ήταν κυρίως Έλληνες ποιητές: οι χαμηλόφωνοι της γενιάς του είκοσι, ο Σεφέρης, ο Γιάννης Ρίτσος των συλλογών με τα βραχύσωμα ποιήματα κυρίως, ο Σαχτούρης και ο ύστερος, ρομαντικός Λειβαδίτης. Υπάρχουν όμως πολλές άλλες πηγές και σημεία αναφοράς που χρωμάτισαν επιμέρους περιόδους της ζωής μου. Για παράδειγμα, στη φιλοσοφία ο Χάιντεγκερ και ο Μωρίς Μερλώ-Ποντύ. Τα τελευταία όμως χρόνια επανεκτιμώ τη σκέψη του Καμύ. Ο Καμύ είναι για μένα ένας από τους ελάχιστους ευρωπαίους συγγραφείς του εικοστού αιώνα που ανέλαβε έγκαιρα τις ευθύνες του: και αντιφασίστας και αντιολοκληρωτικός, αντίθετος στη ψυχροπολεμική υστερία μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο αλλά πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί τα θύματα του σταλινικού ολοκληρωτισμού. Για μένα αυτό ήταν γενναιότητα. Και παράδειγμα.
 
Ο αφηγητής της «Γυναίκας με ποδήλατο» και πολιτικά παρεμβατικός Σεβαστάκης της «Τυραννίας του αυτονόητου» και της «Κοινότοπης χώρας», τι θα έλεγε για το σημερινό Πανεπιστήμιο με την ιδιότητα του καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης; Ποια συναισθήματα κυριαρχούν σήμερα σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες; Τι θα πούμε στα παιδιά που, ενώ έμαθαν και έκαναν το μάθημά τους, κινδυνεύουν αύριο να ανταμειφθούν με ένα αβέβαιο μέλλον; 

Το πανεπιστήμιο δεν είναι ένα ενιαίο και συμπαγές «πράγμα», ένας θεσμός που πρέπει είτε να τον εγκωμιάζουμε αποσιωπώντας τις παθογένειές του είτε να τον κατεδαφίζουμε με ευκολία. Για να μπορέσει να λειτουργήσει ως δημόσιο πανεπιστήμιο χρειάζεται πόρους αλλά και δημιουργικό πνεύμα, μακριά από ιδεολογικούς μονολόγους. Έχω ασκήσει και συνεχίζω να ασκώ έντονη κριτική σε μια ορισμένη ρητορική για το πανεπιστήμιο των αρίστων ή το πανεπιστήμιο-επιχείρηση. Νομίζω ότι όσοι υιοθετούν αυτή την οπτική παραβλέπουν τις πραγματικές κλίμακες και μυθοποιούν μια τεχνοκρατική ατζέντα. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα ουσίας με τις αντιπολιτεύσεις που ασκούνται σε αυτή την τεχνοκρατική αντίληψη: ένας «αριστερισμός» παρωχημένος, αδιάφορος για τα πνευματικά και παιδαγωγικά ερωτήματα, προσανατολισμένος σε μια στρατηγική της εφόδου σε συγκλήτους. Από τη μια βλέπω την οικονομική ασφυξία σε συνθήκες μερικής «απελευθέρωσης» των μετεγγραφών και φθοράς των υποδομών μας. Από την άλλη, αδυνατώ να βρω κάτι γόνιμο σε μία αντίδραση απολύτως προβλέψιμη, δογματικά φιλοπόλεμη, χωρίς καμιά βαθύτερη πολιτισμική αγωνία για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονηςεκπαιδευτικής και μορφωτικής σφαίρας ελευθερίας. Καθετί καλό κυκλοφορεί και παράγεται τα τελευταία χρόνια απειθαρχώντας πρακτικά στη λογική των στρατοπέδων: εκεί, για παράδειγμα, όπου φοιτητές, καθηγητές αλλά και εργαζόμενοι των ιδρυμάτων συναισθάνονται τις δυσκολίες και μαθαίνουν την τέχνη της διαφωνίας με όρους σεβασμού. Γιατί διαφωνίες υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν αφού δεν είναι δυνατή η γενική συναίνεση σε μια και μόνη ιδέα και πρακτική του πανεπιστημίου και της ανάπτυξής του. Το θέμα είναι να ξεφύγουμε από την αθλιότητα των εξουσιαστικών μικρομηχανισμών και από την τυραννία της αμάθειας. Δύσκολη υπόθεση σε μια εποχή όπου η αβεβαιότητα για το μέλλον είναι ευφημισμός για την αίσθηση πολλών ότι το μέλλον θα είναι «σίγουρα χειρότερο».
 

Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου, ανέτρεξα και ξαναδιάβασα με διαφορετική σειρά κάποια από τα 32 μικρά διηγήματα, διαπιστώνοντας τα διαφορετικά, εναλλασσόμενα συναισθήματα που προβάλλετε στο καθένα. Τελικά, η ανάγκη της γραφής  πηγάζει από την ανάγκη εξωτερίκευσης αυτών των συναισθημάτων; 

Τα συναισθήματα στο πεζογραφικό κείμενο χρειάζονται προσοχή. Και ακόμα περισσότερο η διαχείριση της συγκίνησης. Παραδέχομαι ότι δεν μπορώ να γίνω ψυχρός συγγραφέας, συγγραφέας της ξηρής φράσης και της υπερβολικά αναλυτικής αφήγησης. Η συμπύκνωση είναι ο αφηγηματικός μου τρόπος. Και εδώ υπάρχει πάντα ο κίνδυνος εκτροπής προς έναν λόγο δραματικής φόρτισης και συναισθηματικής υπερθέρμανσης. Γιατί όμως είναι κίνδυνος αυτό; Δοκιμάζω μιαν απάντηση για να εξηγηθώ: ίσως ο συγγραφέας που ανεβάζει αστόχαστα την ένταση των φράσεών του αστοχεί τελικά στην ουσιαστική επικοινωνία με τον αναγνώστη. Διότι τείνει να πιστεύει ότι «γοητεύει εύκολα» τον αναγνώστη του και έτσι έχει την τάση να αδιαφορεί για τη βελτίωση της τέχνης του, για την κοπιώδη υπέρβαση των βέβαιων τεχνικών του αδυναμιών. Πιστεύω πολύ σε μια λογοτεχνία διακριτική αλλά συγχρόνως ικανή να δώσει μια αίσθηση των  περασμάτων ανάμεσα στα πρόσωπα και στη χώρα, στα πάθη των ατόμων και στα συλλογικά διλήμματα. Το επίκεντρο είναι το άλγος των ατόμων, οι ατομικές ιστορίες και τα παράδοξα της διαπροσωπικής σχέσης. Αλλά αυτές οι ατομικές ιστορίες αφορούν αυτή την κοινωνία και τους μεγάλους μετασχηματισμούς της. Στα πεζά που δουλεύω τώρα, προσπαθώ να πάω μακρύτερα σε αυτόν το δρόμο, διορθώνοντας ελπίζω κάποιες αδυναμίες των προηγούμενων διηγημάτων.

 

Γυναίκα με ποδήλατο,Νικόλας Σεβαστάκης,εκδ.Πόλις

 
Το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη,Γυναίκα με Ποδήλατο,αποτελείται από 32 διηγήματα,πεζά και βινιέτες.
"Ένας παλιός συνωμότης που εμφανίζεται σαν φάντασμα έξω από ένα αρωματοπωλείο. Μια όμορφη γυναίκα που την απειλεί η φαντασία των ανθρώπων της επαρχιακής πόλης. Ο κόσμος των παιδιών που ασφυκτιούν ανάμεσα στους μεγάλους. Ένας σύντομος έρωτας στη Γαλλία και ο αποχαιρετισμός ενός φίλου μέσα από τη μουσική.


Ο Νικόλας Σεβαστάκης προσεγγίζει με διεισδυτική ματιά και αποδραματοποιημένη αφήγηση τις λεπτές αποχρώσεις που περιπλέκουν έναν έρωτα, έναν θαμμένο φόβο, μια τυχαία συνάντηση. Στις ιστορίες του, μια συνηθισμένη μέρα παίρνει παράξενη κλίση και οι μνήμες εισβάλλουν απρόσκλητες στο παρόν. Οι άνθρωποι μοιάζουν φτιαγμένοι από το υλικό της αμφιβολίας, αλλά επιμένουν να διεκδικούν πίστη στα λόγια και στο βλέμμα του άλλου.


Στα διηγήματα αυτά οι τελευταίες δεκαετίες περνούν αποσπασματικά, ωστόσο μας τοποθετούν στον καιρό και τον τόπο, με εικόνες και χειρονομίες που μαρτυρούν τη συνύπαρξη της ομορφιάς και της απώλειας. Και τα πρόσωπα, τα οποία συναντούμε εδώ, άλλοτε λοξοδρομούν προς την ονειροπόληση κι άλλοτε υποφέρουν από τους ρόλους που έτυχε να παίζουν στη ζωή τους."

Ενώ δείχνουν αυτοτελή,στην ουσία αποτελούν ένα παζλ με αυτοβιογραφικά,αλλά και στοιχεία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Στις 228 σελίδες του βιβλίου,ανακάλυψα την εξαιρετικά καλοδουλεμένη γραφή του Νικόλα Σεβαστάκη και την ικανότητά του να σε μεταφέρει στο κλίμα και στο τοπίο κάθε ιστορίας του.



Βιογραφικό
Ο Νικόλας Σεβαστάκης γεννήθηκε στο Καρλόβασι της Σάμου το 1964. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο και πολιτική θεωρία στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Lyon II της Γαλλίας. Η διδακτορική του διατριβή αναφέρεται στη χαϊντεγγεριανή κριτική της τεχνικής και της νεωτερικότητας. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, την κριτική και περιστασιακά με τη μετάφραση. Από το 1999 διδάσκει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, αρχικά στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Αιγαίου, και από το 2006 ως αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Μέσα από μια σειρά βιβλίων και άρθρων του, έχει ασχοληθεί με ζητήματα κριτικής της ιδεολογίας και της νεωτερικότητας. Ζει στη Θεσσαλονίκη.

 

15 Δεκεμβρίου 2014

 
Δημήτρης Στεφανάκης


Κοσμοπολιτισμός είναι κυρίως η οικουμενικότητα των χαρακτήρων,
τα σύνορα που ρίχνουμε κάθε φορά μέσα μας.


Ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης,που πρόσφατα  τιμήθηκε με το διάσημα του Ιππότη Γραμμάτων & Τεχνών του Γαλλικού Κράτους,μιλά στις Διαδρομές για την απήχηση της βράβευσής του,την ευρωπαική θεματολογία και τον κοσμοπολιτισμό  στα μυθιστορήματά του,την αγάπη του για τη Γαλλική γλώσσα, τον Αλμπέρ Καμύ και την κλασική λογοτεχνία.
Μιλά ακόμα για το μεταφραστικό του έργο,ενώ αποκαλύπτει τα επόμενα  συγγραφικά του βήματα και τη στροφή του στο μοντέρνο κόσμο και να αναμετρηθεί  μαζί του ως συγγραφέας της νέας χιλιετίας.
Ο Δημήτρης Στεφανάκης,επισκέπτεται την πόλη του Βόλου σε μια τιμητική εκδήλωση  για τη συμβολή του στην προώθηση του γαλλικού πολιτισμού στην Ελλάδα στην  Ελληνογαλλική Σχολή "Άγιος Ιωσήφ",την Πέμπτη18 Δεκεμβρίου στις 6.30 μ.μ.



 
Πώς προέκυψε η ευρωπαϊκή θεματολογία στα βιβλία σας;
Η ευρωπαϊκή θεματολογία στα βιβλία μου προέκυψε όχι μόνο από την ανάγκη να διαφοροποιηθώ από τα στερεότυπα προηγούμενων δεκαετιών αλλά και από την πεποίθηση ότι ως λαός της Ευρώπης μοιραζόμαστε κι εμείς τη μεγάλη παράδοση του μυθιστορήματος που δημιούργησαν γενιές και γενιές κορυφαίων Ευρωπαίων συγγραφέων. Είναι πιθανόν η θεματολογία αυτή να προκάλεσε το ενδιαφέρον ξένων εκδοτών που οδήγησε σε μεταφράσεις και σημαντικές διακρίσεις. 

Έχετε βραβευθεί με το Διεθνές βραβείο Καβάφη  το 2011 και ήσαστε υποψήφιος για το  βραβείο "Prix du livre Europeen".Η  πρόσφατη διάκρισή σας ως Ιππότης Γραμμάτων και Τεχνών από το γαλλικό κράτος τι σημαίνει για εσάς;
Η πιο πρόσφατη διάκριση, τα διάσημα του Ιππότη Γραμμάτων και Τεχνών από το Γαλλικό κράτος, «επισημοποιεί» κατά κάποιο τρόπο την αγαστή μου σχέση με τη Γαλλία, τη γλώσσα της και τον πολιτισμό της. Παράλληλα, στο πρόσωπό μου,  τιμάται πρωτίστως η σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία.

 Η  αγάπη σας για τη  Γαλλική γλώσσα και τον Αλμπέρ Καμύ.Πόσο αλληλένδετα είναι μεταξύ τους;
 Ο «έρωτάς» μου με τη Γαλλική γλώσσα ξεκίνησε από τον Αλμπέρ Καμύ, που υπήρξε για μένα δάσκαλος, συνομιλητής και πηγή ανεξάντλητης έμπνευσης, αν σκεφτεί κανείς ότι πρωταγωνιστεί σε ένα από τα μυθιστορήματά μου που αγαπώ ίσως περισσότερο από όλα. 
Η Γαλλική γλώσσα είναι το μισό παγκόσμιο μυθιστόρημα, αν βέβαια αναλογιστούμε τις κοσμογονικές αλλαγές που επέφεραν στη λογοτεχνία οι στιβαρές παρουσίες των Γάλλων συγγραφέων στον δέκατο αιώνα. Η σχέση μου με την γλώσσα του Σταντάλ και του Φλομπέρ ήταν πρωτίστως μια αναμέτρηση και σ’ αυτή την αναμέτρηση επέστρεψα πρόσφατα, μεταφράζοντας τον Συνταγματάρχη Σαμπέρ ,του Μπαλζάκ, για λογαριασμό των εκδόσεων Έναστρον. 

Ο κοσμοπολιτισμός κυριαρχεί στα μυθιστορήματά σας..
Ο κοσμοπολιτισμός στη λογοτεχνία είναι μια ακόμα προσωπική μου εμμονή που καλλιέργησα τα τελευταία χρόνια. Τώρα που ο κύκλος φαίνεται να κλείνει, τουλάχιστον προσώρας, θέλω να θυμίσω πως κοσμοπολιτισμός στο μυθιστόρημα δεν είναι απαραίτητα οι μεγαλειώδεις κόσμοι του παρελθόντος στους οποίους προστρέχουμε εμείς οι συγγραφείς. Κοσμοπολιτισμός είναι κυρίως η οικουμενικότητα των χαρακτήρων, των ιδεών και της γραφής – τα σύνορα που ρίχνουμε κάθε φορά μέσα μας. 

Η σημασία της κλασικής λογοτεχνίας σε σχέση με τη σύγχρονη πληθώρα εκδόσεων;
Αναφέρομαι συχνά στην αγρονομική αντίληψη που έχουν κάποιοι για τη λογοτεχνία, προσδοκώντας κάθε χρονιά μια καλή σοδειά που απαξιώνει αυτομάτως όλες τις προηγούμενες.  Έτσι όμως αντιπαρέρχονται αβίαστα την σημασία του κλασικού. Η αποκοπή από τα έργα των κλασικών θέτει πριν από όλα σε κίνδυνο την ίδια την λογοτεχνία και το μέλλον της στον κόσμο. 

Έχετε μια αξιόλογη πορεία και ως μεταφραστής.Πόσο  η τέχνη της μετάφρασης επηρέασε τη δική σας συγγραφική σας πορεία;
Αν υπάρχει ένα πράγμα που με έχει διδάξει η τέχνη της μετάφρασης είναι ότι όσο κανείς πηγαίνει προς τα πίσω,  έρχεται σε επαφή με ανυπέρβλητες συλλήψεις που πάντα έχουν κάτι να μας διδάξουν.  Φυσικά η λογοτεχνία δεν έπαψε ποτέ να μεγαλουργεί. Η μεταφραστική μου εμπειρία από βιβλία όπως η Κάρμεν του Μεριμέ. εμπλουτίστηκε στη συνέχεια με σύγχρονα έργα όπως ο Χέρτσογκ του Σολ Μπέλοου ή Γερτρούδη και Κλαύδιος του Τζον Αμπντάικ αλλά και με εξαιρετικά θεωρητικά κείμενα όπως το Συνομιλώντας με τους νεκρούς της Μάργκαρετ Άτγουντ. 
Ωστόσο σε όλα κυριαρχεί η σχέση μου με την μυθοπλασία. Πριν ακόμα τελειώσω ένα βιβλίο, σκέφτομαι το επόμενο. Κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του, πρέπει να διαθέτει στρατηγική. Όταν έγραφα τις Μέρες Αλεξάνδρειας γνώριζα καλά ότι εγκαινίαζα ένα πολυετή κύκλο αφηγήσεων  με φόντο τους μεγαλειώδεις κόσμους του παρελθόντος. Έκτοτε είτε έγραφα για το Παρίσι των αρχών του εικοστού αιώνα και για την Αθήνα του μεσοπολέμου είτε για τον βασιλιά Λεωνίδα της Σπάρτης είτε ακόμα για την κοσμική παραδοξότητα της επιστροφής του Καμύ στην εποχή μας, γνώριζα καλά ότι είχα να κάνω με τον κοσμοπολιτισμό και τις ποικίλες εκφάνσεις του. 

Το επόμενο βιβλίο σας;
Σήμερα αφήνω πίσω μου τον διεθνικό αυτό σύμπαν, για να επιστρέψω στο μοντέρνο κόσμο και να αναμετρηθώ μαζί του ως συγγραφέας της νέας χιλιετίας. Η πικρή γεύση που άφησαν τα τελευταία χρόνια με την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού ονείρου αλλά και η ανεπίστρεπτη νιότη μιας ολόκληρης χώρας που θα νοσταλγούμε εφεξής, αποτελούν τον αφηγηματικό μίτο στο νέο μου μυθιστόρημα. Η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα δεν έχει να επιδείξει μεγαλειώδεις κόσμους, διαθέτει ωστόσο τη δική της μυθιστορηματική δυναμική. Η  γοητεία της σύγχρονης λογοτεχνίας συνίσταται στο γεγονός  ότι μπορεί να δώσει σε μια παρέα απλών ανθρώπων επικό ανάστημα ισάξιο ενός Αγαμέμνονα ή ενός Άμλετ. Στο νέο μου μυθιστόρημα δεν αναζητώ μόνο καινούργιους μύθους αλλά και νέα εκφραστικά μέσα και μέσα από όλα αυτά την εξέλιξή μου ως μυθιστοριογράφου. 

Επισκέπτεστε για τρίτη φορά την πόλη του Βόλου μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια.
Σηματοδοτεί κάτι για εσάς η παρουσία σας στην πόλη μας την ερχόμενη Πέμπτη;
Η παρουσία μου στο Βόλο στις 18 Δεκεμβρίου θα είναι ίσως η τελευταία αναλαμπή στην κοσμοπολιτική εμμονή μου, την οποία υπηρέτησα δέκα χρόνια τώρα με ποικίλους τρόπους. Δεν ξεχνώ ότι πόλεις όπως ο Βόλος με τις μητροπολιτικές τους αντανακλάσεις στο παρελθόν θα μπορούσαν κάλλιστα να με είχαν εμπνεύσει σε ανάλογο εγχείρημα.  Η πρόσκλησή μου μάλιστα από ένα φορέα που συνδέεται άμεσα με την γαλλική γλώσσα και τον πολιτισμό επισημαίνει με τον καλύτερο τρόπο την διεθνή μου πορεία που ξεκίνησε από τη Γαλλία και θεμελιώθηκε εκεί. 




Ιππότης Γραμμάτων χρίστηκε ο Δημήτρης Στεφανάκης

Την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης τιμήθηκε με το διάσημα του Ιππότη Γραμμάτων & Τεχνών του Γαλλικού Κράτους από τον Σύμβουλο Συνεργασίας και Μορφωτικής Δράσης της Πρεσβείας της Γαλλίας στην Ελλάδα και Διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Ολιβιέ Ντεκότ.

Η τελετή πραγματοποιήθηκε στην αυλή του Γαλλικού Ινστιτούτου με την παρουσία πλήθους προσκεκλημένων, στους οποίους ο οικοδεσπότης Ολιβιέ Ντεκότ εξύμνησε την προσφορά του Δημήτρη Στεφανάκη στα ελληνικά γράμματα και μίλησε εγκωμιαστικά για τη διεθνή απήχηση του έργου του τόσο στη Γαλλία, αλλά και στις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες.

Μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στην ευρωπαϊκή θεματολογία που συναντά ο αναγνώστης στα βιβλία του Δημήτρη Στεφανάκη και εστίασε ιδιαίτερα στο μυθιστόρημά του «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» που φέρνει στο προσκήνιο τον Αλμπέρ Καμύ και προάγει τα γαλλικά γράμματα.

Ο συγγραφέας στη σύντομη ομιλία του ευχαρίστησε τον γάλλο μορφωτικό ακόλουθο, τον εκδότη του Θανάση Ψυχογιό, τον γάλλο εκδότη του, την οικογένεια του, τους φίλους του και τους αναγνώστες.

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σολ Μπέλοου, Ε. Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Προσπέρ Μεριμέ κ.ά. Το βιβλίο του «Μέρες Αλεξάνδρειας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» εκδόθηκε πρόσφατα στα γαλλικά και απέσπασε το Prix Mediterranée Étranger.

Το βιβλίο κυκλοφορεί επίσης στα ισπανικά και τα αραβικά. Ο Δημήτρης Στεφανάκης τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη 2011 και ήταν υποψήφιος για το Prix du Livre Européen 2011.


Από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά του «Φιλμ νουάρ», το οποίο πρόσφατα μεταφράστηκε στα γαλλικά, «Άρια. Ο κόσμος από την αρχή» και «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι».

(πηγή:Βήμα)
Επιμέλεια:
Χαριτίνη Μαλισσόβα 

7 Δεκεμβρίου 2014



Μαριάννα Παπουτσοπούλου Σαμαράκη
 




"Δεν φτάνει η πείρα και η γνώση,θέλεις αρχές για να κρίνεις καταστάσεις"

Η συγγραφέας και μεταφράστρια Μαριάννα Παπουτσοπούλου Σαμαράκη,μιλά στις Διαδρομές για το λογοτεχνικό και μεταφραστικό της έργο,αναφέρεται στα προβλήματα της ελληνικής εκπαίδευσης,το ρόλο της κοινωνικής δικτύωσης στη ζωή της και στους αγαπημένους της ,παλαιότερους και σύγχρονους, λογοτέχνες.
Είναι ανιψιά του Αντώνη Σαμαράκη,ενώ είχε οικογενειακές σχέσεις με τον Γ.Ρίτσο.




Η «Μάμα  Φρανκ», εκδ. Γαβριηλίδη, το πρόσφατο βιβλίο σας. Είναι μια νουβέλα γεμάτη αυτοαποκαλύψεις;
Είναι ένα βιβλίο για την πνευματική αναζήτηση μιας σύγχρονης γυναίκας, που θα διανύσει το δρόμο από την τέχνη και τη λογοτεχνία, δια της αριστεράς, μέχρι τη θρησκευτική  και φιλοσοφική αναζήτηση, παράλληλα με τα άλλα της ολοζώντανα βιώματα, προκειμένου να ανακαλύψει ένα φως στα σύγχρονα σκοτάδια, έναν δρόμο ζωής, ΤΑΟ. Ουσιαστικά είναι μια νουβέλα διαμόρφωσης-bildungs, όπως λέμε στη θεωρία της λογοτεχνίας.  Φυσικά και υπάρχουν αυτοαναφορικά στοιχεία, αλλά «η Ευανθία δεν είμαι εγώ», για να αντιστρέψω το ρηθέν από τον Φλωμπέρ…Είναι μια αντιπροσωπευτική σκεπτόμενη γυναίκα της γενιάς του Πολυτεχνείου, κοιταγμένη με χιούμορ και συμπάθεια.

  Με δεδομένο ότι η ηρωίδα σας είναι μια γυναίκα  γύρω στα 60, με πολλές εμπειρίες ζωής, ποιο θέλετε να είναι το κυρίαρχο συναίσθημά της;
Το βιβλίο όλο είναι ένας ύμνος στην αγάπη και στην  προσφορά, ξεκινά με μιαν άγία γιαγιά και καταλήγει στον μέγιστο ηθικό φιλόσοφο του 20ου αιώνα, τον Εμμανουέλ Λεβινάς, που δεν απέχει και πολύ από άγιος… Η ίδια η ηρωίδα προσπαθεί να πιάσει κάποια παρόμοια στάνταρντ, η φτωχιά, επί ματαίω….γιατί και θυμώνει, και σχολιάζει, και μπαφιάζει, και βέβαια ονειρεύεται ή απορεί και θαυμάζει. Υπάρχει ένα ένθετο γράμμα σε βιβλίο της μάνας της, που ανακαλύπτει προς το τέλος, σε γλώσσα υψηλή, σχεδόν ιερατική -εδώ παίζω με τα είδη της ελληνικής- που θα αποτελέσει ένα είδος πνευματικής αποκάλυψης και σύγκρισης για κείνην.
 
Ο χρόνος μας ή οι εμπειρίες μάς κάνουν  να αναθεωρούμε και να αξιολογούμε αλλιώς πρόσωπα και καταστάσεις;
Η πνευματική πρόοδος και η ευφυΐα μας, φυσικά και η πείρα της ζωής, αλλά κυρίως ο τρόπος του σκέπτεσθαι, οι βιωμένες και χωνεμένες αξίες μας. Δεν φτάνει η πείρα και η γνώση εν γένει, θέλεις αρχές για να κρίνεις καταστάσεις, εδώ ακουμπά και το κύριο ζητούμενο τη ηθικής στάσης.. Ανθρώπους θα λεγα πως δεν μπορούμε να κρίνουμε, παρά μόνο κάποιες συμπεριφορές. Αυτό διδάσκει ολη η λογοτεχνία άλλωστε, τουλάχιστον από την αρχαία τραγωδία κι έπειτα…

Πώς συμβιβάζεται η ευρυμάθεια της ηρωίδας σας (μέσω των τόσων βιβλίων που έχει διαβάσει) με την προσκόλλησή της στη θρησκεία;
Δεν είναι προσκολλημένη, αντίθετα είναι μια νεοφώτιστη σε ώριμη ηλικία, πολλοί αριστεροί το «έπαθαν» αυτό, στην πορεία αναζήτησήςτους, που αμφισβητεί αγρίως τα της ελληνικής εκκλησίας και τα εκκλησιαστικά εν γένει, ακριβώς επειδή διαβάζει και έχει πνευματική ζωή. Να σημειώσουμε εδώ πως όλη η ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχει γνώσιν και της θεολογίας, από τον Τολστόη και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Γκαίτε ή τον Έλιοτ, αλλά και εδώ ο Θεοτοκάς, ο Καζαντζάκης, ο Παπαδιαμάντης φυσικά, ο Λορεντζάτος και ο Κόντογλου, αλλά και τόσοι άλλοι, έχουν πλατιά γνώση. Ξέρω βέβαια πόσο σοκάρισε τους στενόμυαλους η Μάμα, δεν ζω στο υπερπέραν, μάλιστα μπορώ να πω ότι  το περίμενα..…..

 Γίνατε ευρύτερα γνωστή από τη  μετάφραση του Αλεξανδρινού κουαρτέτου του Λώρενς Ντάρελ, για την οποία μόνο θετικά σχόλια έχουν ακουστεί.
Ποιο το αποστασιοποιημένο χρονικά αίσθημά σας γι’ αυτό;
Ευτυχία από την όλη διαδικασία της μεταφραστικής δουλειάς, λατρεύω τη μετάφραση, μεταφράζω όλο τον ελεύθερο από άλλα γραπτά χρόνο μου, ποίηση, Μπωντλαίρ και Γέητς κυρίως, αλλά και πεζό και δοκίμιο.  Η μετάφραση είναι για μας τους λογοτέχνες το καλύτερο σχολείο, και μια προσφορά στο αναγνωστικό κοινό. Είναι και ..απόλαυση κάποτε, το Κουαρτέτο ήταν.

Έχετε εργαστεί στην ιδιωτική εκπαίδευση. Ποιο  θεωρείτε πως είναι το σημαντικότερο έλλειμμα του εκπαιδευτικού μας συστήματος και των εκπαιδευτικών;
Η απουσία αληθινής αφοσίωσης στη μόρφωση  των παιδιών, η απουσία αληθινής έγνοιας και αγάπης για τα νιάτα και την ευτυχία τους. Όλοι κάπως χρηματίζονται, όλοι κάπως διαιωνίζουν την διάκριση σε βάρος των πιο αδύνατων οικονομικά παιδιών, τα βιβλία, τα προγράμματα, το μεράκι, ο πολιτισμός και η τέχνη που απουσιάζουν από τα σχολεία μας, οι προοπτικές στη ζωή μετά… τι να πω,  έχω φρίξει. Δεν θέλω να επεκταθώ.

Παράλληλα με το "Μάμα Φρανκ" στον Γαβριηλίδη, κυκλοφόρησαν από τις εκδ. Ηριδανός  διηγήματα και μονόλογοι με τίτλο:«Στο ρεύμα κι αναπόταμα». Με δεδομένο ότι έχετε πολύ ανέκδοτο υλικό, γιατί επιλέξατε τα συγκεκριμένα πεζά σας;
Τα επέλεξα γιατί καταπιάνονται με το θέμα της μετανάστευσης, αληθινής και εσωτερικής μας,ψυχικής, προς μια καλύτερη ζωή, έτσι το βιβλίο αφορά την παρούσα ανθρωπιστική και ανθρώπινη κρίση…το θεωρώ και καλογραμμένο. Το αγαπώ αυτό το βιβλιαράκι.

Είστε ενεργή στην κοινωνική δικτύωση. Πόσο νομίζετε ότι βοηθά στη διάδοση της λογοτεχνίας;
Πολύ, μας φέρνει σε επαφή με τους αναγνώστες μας και μεταξύ μας, με τους εκδότες μας και τις νέες κυκλοφορίες, με την κριτική, θαυμάσιο μέσο αν χρησιμοποιείται σωστά, όπως κάθε μέσο. 

 Τι σημαίνει για εσάς ο διαδικτυακός χώρος;
Ένα δωρεάν βιβλίο ή περιοδικό  για το κοινό, και ακόμη σημαίνει την επικοινωνία και τον διάλογο, κάποτε και τη συνεργασία,  με τους άλλους ποιητές-συγγραφείς.

 Ποιοι συγγραφείς ή ποιητές ήταν για εσάς καθοριστικοί;
Ποιους σύγχρονους  λογοτέχνες ξεχωρίζετε;
Α, υπέροχη ερώτηση! Ο Σολωμός και ο Κάλβος, από παιδί, χάρη στη μητέρα μου, ο Παπαδιαμάντης και ο Τολστόη, ο Τσέχωφ, ο Ίμπσεν. και ο Ντοστογιέφσκι, επίσης, ο Μαρσέλ Προυστ στη συνέχεια, ο Μπωντλαίρ και ο Γέητς σε μεγαλύτερη ηλικία, ο  Τζόυς και ο Τόμας Μαν… ο Βιζυηνός και ο Θεοτόκης, τι να πρωτοπώ…και στη φιλοσοφία ο Κίρκεγωρ, ο Καντ, ο Ρουσώ και ο Λεβινάς. Όσο για τους σύγχρονους,  ο Φιλιπ Ροθ , ο Κούντερα, ο Μπουκόφσκι, ο Ουελμπέκ και ο Ταμπούκι…και από τους ποιητές μας ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Μαραμπού, η Μελισσάνθη, ο Ηλίας Λάγιος, ο Δημήτρης Νικηφόρου, ο Διονύσης Μαρίνος  τώρα. Αλλά φτάνουν οι ..κατάλογοι, κάποιοι με κακολογούν γι αυτό…



Βιβλία της Μαριάννας Παπουτσοπούλου

Μάμα Φρανκ,Μαριάννα Παπουτσοπούλου
εκδόσεις Γαβριηλίδη.
 
Πώς μετράμε το χρόνο που ζήσαμε; Με τον πόνο και τον κόπο του, τα όνειρα, τα λάθη, τα σωστά μας. Ή με τον τρόπο της Ευανθίας Σεκέρογλου -που την τρώει η ευθύνη που μας φορτώνει η ψυχή- η οποία αντικρίζει την πραγματικότητα γύρω μας και βγάζει δαγκάνες και άλλα αρχαϊκά, αυτά που αρέσουν στους βίαιους και τους καβαλημένους...
"Μάμα Φρανκ", μια νουβέλα, μια βιογραφού-μενη σκέψη για το χθες ως σήμερα και ως αύριο.







Στο ρεύμα κι αναπόταμα,Μαριάννα Παπουτσοπούλου
εκδόσεις Ηριδανός.
 
Το δίπτυχο αυτό αντικρίζει τη δύσκολη εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών από δύο οπτικές γωνίες, αυτήν του καλού παλιού ρεαλισμού και την άλλη της εσωτερικής διερώτησης. Το πρώτο μέρος, στο ρεύμα, είναι αφιερωμένο στη μετανάστευση, ελλήνων και αλλοδαπών, κάποιες πτυχές της που αντλούνται από την πραγματικότητα όπως την έζησε η συγγραφέας. Το δεύτερο, αναπόταμα, αποτελεί σύνολο οκτώ εσωτερικών μονολόγων, ανθρώπων ποικίλων ηλικιών και κοινωνικών ή άλλων καθορισμών, που αποφασίζουν να αντιμετρηθούν με τα οδυνηρά βιώματά τους από ανήσυχη σκοπιά, τείνοντας προς κάποιον νέο, και εν πολλοίς απελευθερωτικό ορίζοντα αισθημάτων, αρχών και ιδεών. Το σύνολο είναι αφιερωμένο σε ό,τι συνήθως ονομάζουμε επιστροφή, με την έννοια της εσωτερικότητας και του αναστοχασμού. Το δίπτυχο κλείνει ένας ύμνος στην αγάπη.


Αλεξανδρινό Κουαρτέτο,Λώρενς Ντάρελ,
εκδ.Μεταίχμιο,μετάφραση:Μαριάννα Παπουτσοπούλου.

 
Το αριστούργημα του Λόρενς Ντάρελ, ενός από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς του β΄ μισού του 20ού αιώνα, είναι ένα ολοζώντανο έργο το οποίο επαινέθηκε όσο λίγα. Τζαστίν, Μπαλτάζαρ, Μαουντόλιβ και Κλέα, τα πρόσωπα που δίνουν το όνομά τους στα βιβλία αυτής της τετραλογίας, διαπλέκονται μεταξύ τους ενώ πέμπτη πρωταγωνίστρια η πόλη της Αλεξάνδρειας, εξωτική και παρηκμασμένη, γεμάτη ομορφιά και γραφικότητα, σύμβολο ενός κόσμου κατεξοχήν ερωτικού.







ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου Σαμαράκη γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα.Εργάστηκε τριάντα χρόνια στη μέση εκπαίδευση. Συμμετείχε ενεργά στο κίνημα των ιδ. εκπαιδευτικών και των γυναικών ως το '91. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, μεταφράσεις, Ρ. Μπέηκερ, "Μότσαρτ", Libro 1991, Λ. Ντάρελ, "Αλεξανδρινό Κουαρτέτο", Μεταίχμιο 2009, δύο βιβλιαράκια για το λύκειο, "100 χρόνια κινηματογράφου", ΕΚΓ 1996. "Μικρός οδηγός για την ανάγνωση της πεζογραφίας", ΕΚΓ 1992, μεταφράσεις, πεζά και άρθρα στον περιοδικό και στον ημερήσιο τύπο. Τελευταία δουλειά της, "Στο ρεύμα κι αναπόταμα", ένα δίπτυχο, Ηριδανός 2013. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας της παραμένει ανέκδοτο.


30 Νοεμβρίου 2014




Αμάντα Μιχαλοπούλου



"Η μόνη  αληθινή θέωση που μπορούμε να προσδοκάμε είναι η ανθρώπινη αγάπη. "
 
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου μιλά στις Διαδρομές για το λόγο που την οδήγησε να δώσει στο μυθιστόρημά της  μια γυναίκα δίπλα στο Θεό,για τη σχετικότητα του χρόνου και τη μοναξιά του Θεού. Καταθέτει  τη γνώμη της για το γάμο,τον έρωτα και τη θρησκευτική πίστη ,τη φιλοσοφική διάσταση του μυθιστορήματός της αλλά και την ανάγκη του ανθρώπου να έχει σχέση με τη λογοτεχνία και την τέχνη.



«Η γυναίκα του Θεού», είναι ο τίτλος του νέου μυθιστορήματός σας. Πώς και γιατί ο Θεός να θέλει να έχει γυναίκα, και τι γυναίκα είναι αυτή που δέχθηκε να έχει για σύζυγο τον Θεό;

Ο Θεός του βιβλίου μου είχε ανέκαθεν συντρόφους. Όταν κάποιος πεθαίνει τον αντικαθιστά. Μια φορά είχε παντρευτεί ένα περιστέρι, μια άλλη το τελευταίο μαμούθ. Ο Θεός, έτσι όπως τον φαντάστηκα, είναι απελπιστικά μόνος κι έχει ανάγκη από συντροφιά και απόλυτη αποδοχή. Είναι ένα αιώνιο παιδί με αστείρευτη δημιουργικότητα. Επιπλέον δεν έχει γονείς. Η γυναίκα του είναι ένα παθητικό πλάσμα με μεγάλη ανάγκη για αγάπη. Έχασε τους γονείς της σε μικρή ηλικία. Τώρα που το σκέφτομαι, είναι ορφανοί κι οι δυο τους.

 «Θα σβηστείς κι εσύ, σιγά σιγά», είναι μια παραδοχή εξανθρωπισμού ή προφητεία απ-ανθρωπισμού  που επαναλαμβάνει συχνά ο Θεός στη γυναίκα του. Μιλήστε μας για τη δική σας οπτική του εξανθρωπισμού του Θεού.

Όταν ο Θεός μιλάει έτσι στη γυναίκα του προσπαθεί να την παρηγορήσει και να την προετοιμάσει για το άχρονο σύμπαν στο οποίο εκείνη μια μέρα θα πρέπει να ζήσει, χωρίς ανάγκες και επιθυμίες. Ακριβώς το αντίθετο κάνει ο Θεός για να την πλησιάσει. Ενανθρωπίζεται, παίρνοντας τα χαρακτηριστικά που η γυναίκα του πιστεύει ότι θα έπρεπε να έχει ο Θεός για να είναι Θεός. Λευκά μαλλιά, χιτώνας, γυμνά πόδια με δάχτυλα που ιριδίζουν. “Για τους άλλους λέει η ίδια “ήταν απλώς ένας άντρας, όχι στην πρώτη νεότητα, με άσπρα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω και απαλά γένια, με φρύδια γκρίζα και πυκνά, βλέμμα ήρεμο και ανεξιχνίαστο”. Για τη γυναίκα του όμως είναι η υλοποίηση της ρομαντικής και εξιδανικευμένης της φαντασίωσης.

 Τι είναι ο γάμος για εσάς; Αυτό το: «ένας είναι τρελός, δύο είναι δύο», πόση ισχύ νομίζετε ότι μπορεί να έχει σ’ έναν γάμο ‒ ακόμα και σ’ έναν θεϊκό γάμο;

 


Ο Γκομπρόβιτς λέει “πήρα διαζύγιο από το Θεό”. Αλλά πώς είναι η ζωή πριν το διαζύγιο, πριν καν την ιδέα του διαζυγίου; Πιστεύω στη συντροφικότητα του γάμου και στη συνενοχή του ζευγαριού. Δεν έχει σημασία αν και πώς θα παντρευτείς, μόνο αν και πώς αγαπάς, αν είσαι πρόθυμος να μοιραστείς και να πονέσεις μαζί με τον άλλο. Πιστεύω επίσης ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι η θεολογία που μας ταιριάζει, επειδή η μόνο αληθινή θέωση που μπορούμε να προσδοκάμε είναι η ανθρώπινη αγάπη. Εχω την απόλυτη πεποίθηση ότι στο τέλος της ζωής τους οι άνθρωποι δεν σκέφτονται τι κατάφεραν, αλλά πόσο αγάπησαν και αγαπήθηκαν, πόσο απείχαν από το ψέμμα και την σκληρότητα, όπως υπαινίσσεται και ο Τολστόι στον Ιβάν Ίλιτς.

Η σχέση του Θεού με την γυναίκα του εμπεριέχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας σχέσης κανονικού ζευγαριού ‒ πλην του ερωτικού στοιχείου. Θρησκευτική πίστη και έρωτας είναι ασύμβατα μεταξύ τους;

Μα ο έρωτας εκδηλώνεται ως ένα είδος θρησκευτικής πίστης. Πιστεύεις στον άλλο, τον λατρεύεις σαν Θεό. Σκεφτείτε τα λαικά άσματα που λένε πάντα την αλήθεια: “είσαι ο Θεός μου”. Στο βιβλίο μου ήταν αδύνατον κάτι τέτοιο επειδή είχα προαποφασίσει πως ο Θεός δεν έχει ερωτικές επιθυμίες. Είναι αέρας. Είναι ταυτόχρονα το τίποτα και τα πάντα.

Πιστεύετε στ' αλήθεια ότι «η φαντασία ‒μέσω των λογοτεχνικών αναγνωσμάτων‒ δεν οδηγεί πουθενά, παρά σε ακόμα μεγαλύτερη φαντασία, και είναι καταδικασμένη να αποτύχει;

Αυτή είναι μια γνήσια σκέψη συγγραφικής απελπισίας. Νομίζω πως όλοι οι συγγραφείς μελαγχολούν και φλερτάρουν με την ματαιοπονία, κυρίως όταν δε γράφουν ή δεν είναι ευχαριστημένοι με όσα γράφουν. Ή όταν έχουν τελειώσει ένα βιβλίο και απλώνεται μπροστά τους η άβυσσος. Το αίσθημα αποτυχίας είναι σύμφυτο με τη δημιουργία. Είναι το πηγάδι από το οποίο ανεβάζεις με τον κουβά το επόμενο έργο.

 Η προσφυγή στην ευρύτητα της φιλοσοφίας ξεκλειδώνει κάπως, αμβλύνει τις θρησκευτικές αγκυλώσεις;  Πόσο φιλοσοφικό, πόσο θρησκευτικό είναι το μυθιστόρημά σας, όταν οδηγείται ‒μέσω της μυθοπλασίας‒ σε έναν ξεκάθαρο κοινωνικό λόγο;

Η φιλοσοφία είναι επίσης ένα θρησκευτικό σύστημα και έχει μεταφυσικές αποχρώσεις. Υπάρχει κι εκεί Θεός και άνθρωπος, καλό και κακό, ζωή και θάνατος, η έννοια του σκοπού και της ολοκλήρωσης της ανθρώπινης ύπαρξης, η αναζήτηση του απόλυτου. Η διαφορά είναι ότι στη φιλοσοφία πελαγοδρομείς στις ιδέες, ενώ οι θρησκείες προσφέρουν μύθο και αφήγηση, φόβο, τιμωρία και την υπόσχεση της μεταθανάτιας ζωής. Κατά τη γνώμη μου φιλοσοφία και ιστορία των θρησκειών είναι παραπληρωματικές, χρειάζεσαι τη μία για να φωτίσεις την άλλη. Ουσιαστικά ασχολούνται με το μυστήριο της ζωής χρησιμοποιώντας άλλη γλώσσα, άλλα όπλα. Τώρα για το δικό μου βιβλίο δεν ξέρω, επειδή ο καθένας διατηρεί το δικαίωμα να το διαβάζει αλλιώς.Υπάρχουν αναγνώστες που το διάβασαν σαν ερωτική ιστορία. Κι άλλοι που είδαν στο μυθιστόρημα μια μεταφυσική πάλη με τον Θεό, ή μια απολογία της λογοτεχνίας. Ένας φιλόσοφος που εκτιμώ ιδιαίτερα το χαρακτήρισε πνευματική αυτοβιογραφία. Είναι ο πιο ενδιαφέρων ορισμός που έχω ακούσει ως τώρα.

Ενώ, στο βιβλίο σας, ο Θεός αντιπαθεί τα παιδικά βιβλία, (βρίσκει διδακτικά και ηλίθια τα παραμύθια, αντιπαθεί την πεζογραφία και την ποίηση επειδή θεωρεί τη λογοτεχνία ανώφελη), τελικά, κατά τη εξέλιξη της μυθοπλασίας, διαβάζει ασταμάτητα. Τι σημαίνει αυτό;

Σύμφωνα με την ερμηνεία της γυναίκας του, ο Θεός αντιπαθεί τη λογοτεχνία επειδή του θυμίζει τον τρόπο που δημιουργήθηκε ο κόσμος. Γι αυτό την έχει εξορίσει από τη βιβλιοθήκη του. Όταν όμως επιστρέφει στον κόσμο και διαβαίνει την πόρτα του πρώτου βιβλιοπωλείου αναστατώνεται και  ξανακυλάει στην παθιασμένη ανάγνωση της λογοτεχνίας, με τον ίδιο τρόπο που ένας πρώην καπνιστής ξανακαπνίζει. Η λογοτεχνία είναι εθιστική και ο Θεός διαβάζει για να θυμηθεί τον κρυφό κώδικα της δημιουργίας.

Σχετικότητα του χρόνου και μοναξιά του Θεού. Τι μαθαίνουμε για την ουσία του Θεού από μια γυναίκα,την γυναίκα του;

Η γυναίκα του βλέπει αυτό που αντέχει να δει ένας άνθρωπος- την ανθρώπινη υπόσταση του Θεού. Άλλωστε εκείνος είναι υπερβολικά εσωστρεφής κι έτσι η γυναίκα του αναγκαστικά ερμηνεύει με ανθρώπινα δεδομένα. Όπως παραδέχεται η ίδια: “όταν γράφω πως άφρισε/άστραψε και βρόντησε / έκλεισε με πάταγο την πόρτα μιλάω για τη δική μου πραγματικότητα.Τον κοιτάζω περιμένοντας κάτι απ’αυτόν, ανταμοιβή ή τιμωρία. Ο ίδιος ο Θεός παραμένει αδρανής. Σ’ένα παράθυρο εγώ θα ήμουν το χέρι στο πόμολο. Εκείνος το γλωσσίδι που υποτίθεται πως κινείται. Ενώ όλη τη δουλειά την κάνει το χέρι που αγωνίζεται να στρίψει το πόμολο”.

Παρόλο που δεν μιλάτε ευθέως για την κρίση που βιώνουμε, ωστόσο διαφαίνεται στο βιβλίο σας. Πόσο η κρίση αυτή επηρέασε τη συγγραφή του;

Το μυθιστόρημα είναι πνευματικό παιδί της κρίσης. Μόνο σε περιβάλλον κρίσης ο συγγραφέας περιστέλλει τον κόσμο όπου ζει, τον κόσμο της ανάγκης και της λειτουργικότητας, και αναζητά μια ψυχική διέξοδο, υπό μορφή πλοκής. Στη διάρκεια μιας κρίσης όπως αυτή που ζήσαμε και ζούμε όλες οι δυνάμεις κινητοποιούνται και όλα τα συστήματα ευπιστίας διαλύονται. Νομίζω πως όλοι σκάβουμε πιο βαθιά κι η κατάθλιψη ή ο θυμός είναι απλώς εξωτερικεύσεις αυτής της τρομερά άβολης θέσης. Γι αυτό και συντάσσομαι με όσους πιστεύουν ότι η κρίση μπορεί να μας κάνει καλύτερους και ουσιαστικότερους.


Τελικά, τα ερωτήματα της ύπαρξης μένουν αναπάντητα; Ή η επιστροφή στην τέχνη θα μπορούσε ίσως, να σημασιοδοτήσει και να φωτίσει το βάρος τους στη ζωή μας;

Πιστεύω πως η τέχνη σώζει. Το πίστευα από μικρό παιδί όταν κουκουλωνόμουν στο κρεβάτι μου μ’ένα βιβλίο. Ή όταν κοιτούσα με τις ώρες ένα καθηλωτικό έργο ζωγραφικής σ’ένα μουσείο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επαφή με την τέχνη είναι εύκολη υπόθεση. Υπάρχουν έργα απαιτητικά, έργα που ζητούν όχι μόνο το χρόνο μας, αλλά και την αναστολή της επιθυμίας μας για εύκολη ζωή. Αυτό είναι το παράδοξο: οι συζητήσεις, οι τηλεοπτικές εκπομπές, ο τρόπος που συνεννοούμαστε μεταξύ μας είναι τρομερά ρηχός. Κι έρχεται η τέχνη με τις απαιτήσεις της. Τί κάνεις τότε; Αφήνεις τη βολική σου στάση στην πολυθρόνα και τρώγεσαι με τα ρούχα σου; Κατά τη γνώμη μου, ναι. Αυτή είναι η ουσία της ζωής κι εκεί παίζεται όλο το παιχνίδι: χρειάζεται κόπος και παραδοχή της αγωνίας για να διεκδικήσουμε την ελευθερία μας. Πρέπει να θυμόμαστε διαρκώς ότι εμείς καθορίζουμε την πραγματικότητα μας, τους τόπους στους οποίους κινούμαστε, και η τέχνη είναι κατά τη γνώμη μου ο καλύτερος οδηγός για την επινόηση αυτής της πραγματικότητας.






Βιογραφικό
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα, τον Οκτώβριο του 1966. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στην Αθήνα και δημοσιογραφία στο Παρίσι. Αρθρογραφούσε επί χρόνια στην εφημερίδα "Καθημερινή" (1990-2008). Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "Ρεύματα" και τη συλλογή διηγημάτων "Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη"(1994),το οποίο και επανεκδόθηκε εμλπουτισμένο,λίγους μήνες πριν.
Το πρώτο της μυθιστόρημα, "Γιάντες", απέσπασε το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (1996). Στην αμερικανική μετάφραση του βιβλίου της "Θα ήθελα" απονεμήθηκε το Βραβείο Διεθνούς Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών (2008). To "Θα ήθελα" ήταν επίσης υποψήφιο για το βραβείο Best Book in Translation του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ. Έχει γράψει έξι μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων και αρκετά παιδικά βιβλία. Έργα της έχουν μεταφραστεί σε δέκα γλώσσες.




«Η γυναίκα του Θεού», Αμάντα Μιχαλοπούλου, (εκδ. Καστανιώτη).
Ο εξανθρωπισμός του Θεού και η προφητεία απανθρωπισμού του ανθρώπου
Πόσο εύκολο να πιστέψει κάποιος πως ο Θεός πάσχει από μοναξιά και αναζητά στο πλευρό του μια γυναίκα;
Και τι μπορεί να πει αυτή η γυναίκα για τον Θεό και για τη σχέση της μαζί του;
Στο μυθιστόρημά της η Αμάντα Μιχαλοπούλου τοποθετεί ως κεντρικούς ήρωες τον Θεό και τη γυναίκα του η οποία, μάλιστα, είναι αυτή που αφηγείται τη ζωή της μαζί του.

Η ασυνήθιστη αυτή ιστορία,καταπιάνεται με την ύψιστη υπαρξιακή αναζήτηση του ανθρώπου, με  τη σχέση ανθρώπου και Θεού αλλά, μέσω της μυθοπλασίας, και με τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους.

Μου δημιούργησε πολλαπλά συναισθήματα η ανάγνωσή του, από διάθεση να γελάσω, (διόλου με ειρωνική διάθεση), να προβληματιστώ, να αναρωτηθώ αλλά και να απορήσω.

«Θα σβηστείς κι εσύ, σιγά σιγά», λέει ο Θεός στη γυναίκα του, δια της πένας της  Αμάντας Μιχαλοπούλου, προετοιμάζοντάς την για το άχρονο σύμπαν στο οποίο εκείνη μια μέρα θα πρέπει να ζήσει, χωρίς ανάγκες και επιθυμίες. Ακριβώς το αντίθετο κάνει ο Θεός για να την πλησιάσει. Ενανθρωπίζεται, παίρνοντας τα χαρακτηριστικά που η γυναίκα του πιστεύει ότι θα έπρεπε να έχει ο Θεός για να είναι Θεός.

Με έναν Θεό να αντιπαθεί αρχικά τη λογοτεχνία και την ποίηση, επειδή του θυμίζει τον τρόπο με τον οπόιο φτιάχτηκε ο κόσμος∙ όμως στην πορεία, όταν ξαναγυρίζει στον κόσμο, καταβροχθίζει κάθε λογοτεχνικό βιβλίο για να θυμηθεί τον κρυφό κώδικα της δημιουργίας, βάζοντας και τη γυναίκα του να κάνει το ίδιο.

Είτε το αντιμετωπίσεις ως φιλοσοφικό ή ως θρησκευτικό μυθιστόρημα, είτε
ως μεταφυσική πάλη με τον Θεό ή μια ασυνήθιστη ερωτική ιστορία χωρίς ερωτική πράξη, αλλά κι αν ακόμα το ερμηνεύσεις ως μια απολογία της λογοτεχνίας, το σίγουρο είναι ότι «Η γυναίκα του Θεού»  είναι η πνευματική αυτοβιογραφία της Αμάντας Μιχαλοπούλου.

Στα τρία κεφάλαια, Κόλαση, Καθαρτήριο και Παράδεισος και μέσα στις 220 σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης σίγουρα θα βρει πολύτιμο υλικό για σκέψη και εσωτερική αναζήτηση.

 «Πολλοί θέλουν να πιστεύουν πως το σχέδιο του Θεού σκόνταψε στην άρνηση του ανθρώπου. Βολική εξήγηση για πλάσματα σαν εμάς, που τρέφονται με τύψεις. Στην πραγματικότητα το σχέδιο σκόνταψε στην αδυναμία του ίδιου του Θεού να δημιουργήσει έναν κόσμο αντάξιό Του. Όχι ηθικολογικά, αλλά νοητικά και αισθητηριακά. Έναν κόσμο που θα μπορούσε να συνδιαλεχθεί με τον Θεό στη βάση της ισότητας και της δημιουργίας. Η δημιουργία εξέπεσε, όχι ο άνθρωπος».
Χαριτίνη Μαλισσόβα