26 Απριλίου 2015

                                                                   'Αννα Γαλανού
 "Ο εθισμός στην ανάγνωση ενός βιβλίου, μοιραία οδηγεί σε περαιτέρω αναζητήσεις"
Με αφορμή το νέο της βιβλίο," Σμαράγδι στη βροχή",που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Διόπτρα,η Άννα Γαλανού μιλά για την έρευνα που έκανε για τη συγγραφή του βιβλίου της που αναφέρεται στις δεκαετίες του 40,του 50 και του 60.
Πόσο μοιάζει η εποχή και οι συνθήκες που εξιστορεί με το σήμερα;Πόσο σημαντική είναι η επικοινωνία του συγγραφέα με τους αναγνώστες του και πόσο το διαδίκτυο βοηθά σε αυτό;Είναι εύκολο να λειτουργήσει η ελεύθερη βούληση στις επιλογές μας;
"Σμαράγδι στη βροχή", ο τίτλος του βιβλίου σας, μια ιστορία που εκτυλίσσεται στις δεκαετίες "40 με "60....Πείτε μας δυο λόγια.
Είναι ένα βιβλίο που ξεκινά με τον βομβαρδισμό του Πειραιά, από τους συμμάχους – πρωτοφανές, στο τέλος του πολέμου, συγκεκριμένα στις 11 Ιανουαρίου του 1944. Ένα κοριτσάκι, η Σμαράγδα, χάνει τη μνήμη της σ’ αυτό το βομβαρδισμό και ξεκινά μια καινούρια ζωή χωρίς παρελθόν, με άλλο όνομα, σε άλλη οικογένεια και με μια ζωή που άλλοι επέλεξαν να ζήσει.
Ο αναγνώστης ακολουθεί την πορεία της ηρωίδας, ενώ ταυτόχρονα, σε πρώτο πλάνο ηθογραφείται κάθε χρονική περίοδος και κάθε εποχή.
Για να ολοκληρωθεί το βιβλίο και για να μην υπάρξουν ασάφειες, η έρευνα που έκανα για τις τρεις δεκαετίες που αναλύονται, διήρκεσε τρείς μήνες, όπου με ενδελεχή αναζήτηση στοιχείων στην βιβλιοθήκη Αθηνών και σε πονήματα συγγραφέων μπόρεσα να ολοκληρώσω και να περιγράψω τις δεκαετίες του ’40, ‘50 και ’60.
Περιγράφετε έντονα και εύγλωττα τις συνθήκες της Τρούμπας του 50. Οι συνθήκες της Κρίσης στην Ελλάδα του σήμερα πόσο ανάλογες είναι με τότε;
Πιστεύω ότι δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση του τότε με το τώρα, ακόμα κι αν οι συνθήκες φαίνονται να μοιάζουν. Η συγκεκριμένη περίοδος, πριν το ’40 είχε το χαρακτηριστικό της μετεγκατάστασης των προσφύγων στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, η φτώχεια, ο αναλφαβητισμός, οι συνθήκες διαβίωσης, για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις υπήρχε μόνο ένα πηγάδι σε κάθε γειτονιά, ήταν τελείως διαφορετικές από εκείνες που βιώνουμε σήμερα. Η Τρούμπα δημιουργήθηκε ακριβώς στο κέντρο της πόλης του Πειραιά, με την ανοχή όλων, όταν έκλεισαν τα Βούρλα. Υπήρχε όμως το υπόστρωμα για να γίνει. Σήμερα δεν υπάρχει. Σήμερα η κρίση εξορίζει τα καλύτερα μυαλά της χώρας μας και τα ωθεί σε μια ακούσια μετανάστευση ή δημιουργεί την κάστα του επιστήμονα άνεργου ή στην καλύτερη περίπτωση του υποαπασχολούμενου.
Θεωρώ πως η σημερινή κατάσταση είναι πλέον απεχθέστατη από την κατάσταση του τότε.
Η ηρωίδα σας, η Νάντια, για μία δεκαετία υπομένει τα πάνδεινα στα χέρια του προαγωγού-εραστή της. Το φαινόμενο της εκμετάλλευσης και κυρίως της κακοποίησης των γυναικών συμβαίνει και στις "καλύτερες" των οικογενειών. Πείτε μας την άποψή σας.
Δυστυχώς είναι ένα φαινόμενο που σύμφωνα με μελέτες και στατιστικές ακουμπά τις ‘’καλύτερες’’ των οικογενειών, όπως λέτε κι εσείς. Ιδιαίτερα το φαινόμενο της κακοποίησης. Από καταβολής κόσμου, υφίσταται κάτι τέτοιο, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ό,τι έχουμε διαβάσει.
Πολύ δύσκολα λύνεται αυτό το θέμα. Θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος να εξομαλυνθούν κάπως τα πράγματα είναι η γνώση και η παιδεία. Αυτή είναι μια μέθοδος πρόληψης. Από την άλλη οι γυναίκες που κακοποιούνται με τον οποιοδήποτε τρόπο πρέπει να εξασκηθούν και να μάθουν να μην ντρέπονται να κοινοποιήσουν την κακοποίηση που υφίστανται. Εκείνο που πάνω απ’ όλα τρέμουν οι διάφοροι διεκδικητές του τίτλου ‘’κακοποιώ ένα πιο αδύναμο πλάσμα από μένα, άρα υπάρχω’’ είναι η έκθεση. Ας τους εκθέσουμε λοιπόν σε όλο τον περίγυρο, στους φίλους και στην αμέτοχη κοινωνία που πρέπει να την κάνουμε συμμέτοχη. Γιατί κάποια στιγμή τούτο το πρόβλημα μπορεί να κτυπήσει και τη δική μας πόρτα είτε μέσω ημών, είτε σε ένα κοντινό και αγαπημένο μας πρόσωπο. 
Η ελεύθερη βούληση και ο αγώνας για να βελτιώσουμε τις συνθήκες της ζωής μας, πόσο αποφασιστικοί παράγοντες είναι για την αποδέσμευσή μας από τη "μοίρα" και το περιβάλλον στο οποίο γεννηθήκαμε;
Ελεύθερη βούληση… μεγάλη κουβέντα. Ελεύθερος είναι μόνο ο αετός! Καταπιεζόμαστε και δεχόμαστε μεγάλες πιέσεις από συνεχείς ‘’ενημερώσεις’’ επί όλων των θεμάτων. Το μυαλό μας γεμίζει από τις απόψεις όλων, ποια όμως είναι η δική μας εν τέλει; Υπάρχει; Αυτό είναι ένα ερώτημα που κάνω πολύ συχνά στον εαυτό μου, που ναι μεν ενημερώνομαι αποκλειστικά ηλεκτρονικά, όμως και πάλι πέφτω στην παγίδα πολλές φορές να αναρωτιέμαι αν οι πράξεις μου είναι συνάρτηση αποκλειστικά ελεύθερης βούλησης, η ‘’λιγάκι’’ πειραγμένης από εξωγενείς παράγοντες.
Δεν μπορώ να απαντήσω με το χέρι στην καρδιά στην ερώτηση σας κυρία Μαλισσόβα.
Γίνεται πολύς λόγος τελευταία, για τη διάκριση της γυναικείας από τη ροζ λογοτεχνία. Ποια είναι η δική σας άποψη;
Εγώ δεν διαβάζω τα πάντα. Σαν αναγνώστρια κάνω τις προσωπικές μου επιλογές και διαβάζω βιβλία που έχουν να μου δώσουν πράγματα ή να με κάνουν να αναζητήσω πράγματα. Είναι στη κρίση λοιπόν του κάθε αναγνώστη ποιο βιβλίο του αρέσει να διαβάσει και γιαυτό είμαι ενάντια σε κάθε είδους διάκριση. Διαφορετικά φθάνουμε στο επίπεδο της λογοκρισίας, δηλαδή ‘’ότι δεν αρέσει σε μας, είναι για τα σκουπίδια’’. Διαφωνώ κάθετα.
Ο εθισμός στην ανάγνωση ενός βιβλίου, μοιραία οδηγεί σε περαιτέρω αναζητήσεις, αυτή είναι εν τέλει η άποψη μου.
Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς, (που καθόρισαν τη γραφή σας);
Έχω να σας απαριθμήσω πολλούς αγαπημένους πεζογράφους, λογοτέχνες και ποιητές, όμως κανένας από αυτούς δεν με επηρέασε για να γράψω. Ίσως η ποίηση του Ελύτη, που είναι από τους πιο αγαπημένους μου ποιητές να αποτελεί πολλές φορές εφαλτήριο ιδεών. Η συγγραφή ενός βιβλίου όμως είναι αποκλειστικά δική μου ‘’υπαιτιότητα’’. Ορίζεται από την ανάγκη επικοινωνίας του δικού μου εσωτερικού κόσμου με το κάλεσμα των αναγνωστών να ακουμπήσουν τα δικά μου συναισθήματα, τους ήρωες μου που ποτέ δεν είναι χάρτινοι και τα χρώματα που στολίζω τις εποχές, τις πόλεις και την κουλτούρα ανθρώπων που περιγράφω.
Αγαπώ πολύ τον Ελύτη και τον Λουντέμη, τον Καζαντζάκη και τον Μυριβήλη, τον Καραγάτση και την Ρέα Γαλανάκη, τον Γιώργο Ιωάννου και την Διδώ Σωτηρίου, τον Βάρναλη και τον Τάκη Αθανασιάδη.
Αφήνω τους πιο σύγχρονους λογοτέχνες που σ’ αυτούς ανήκω κι εγώ να μας κρίνουν οι μεταγενέστεροι.
Η επαφή σας με το αναγνωστικό κοινό στις παρουσιάσεις των βιβλίων σας;
Την επιδιώκω από το πρώτο μου βιβλίο ακριβώς επειδή την θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική. Οι αναγνώστες θέλουν, και κατά τη γνώμη μου πρέπει να γνωρίζουν τους συγγραφείς τους. Για μένα αυτό είναι το πιο ουσιαστικό πράγμα στην επικοινωνία του βιβλίου και των ηρώων του με το κοινό που θα το διαβάσει. Να φανταστείτε ότι πολλές φορές όταν γράφω, σκέφτομαι αντιδράσεις από τα πρόσωπα αναγνωστών που ήδη με ξέρουν και τους ξέρω προσωπικά, και χαμογελώ. Ξέρω και τις αντιδράσεις τους σε ένα βαθμό πια. Μου αρέσει αυτού του είδους η επικοινωνία και δεν την αλλάζω με όλα τα βραβεία της γης.
Το βραβείο του απλού αναγνώστη που σηκώνεται από το σπίτι του και έρχεται να του υπογράψεις ένα βιβλίο ή να σου σφίξει το χέρι, το θεωρώ πολύ πιο σημαντικό απ’ όλα.
Διαδίκτυο και διάδοση της φιλαναγνωσίας: Πόσο βοήθησε και ποιες παγίδες κρύβει;
Παν μέτρον άριστον, έλεγαν οι αρχαίοι, ρήση που την υιοθετώ απόλυτα. Μέσω του διαδικτύου έχω γνωρίσει ανθρώπους και έχω κάνει όμορφες προσωπικές σχέσεις, που με κανένα άλλο τρόπο δεν θα μπορούσα. Μου αρέσει να μιλώ με φίλους μου στην Αυστραλία ή στον Καναδά, ανθρώπους που τα καλοκαίρια τους σφίγγω το χέρι και πίνουμε μαζί μια ρακί. Ανθρώπους σε απομακρυσμένα μέρη της Ελλάδας, σε χωριά που θα τους γνωρίσω σε διακοπές ή θα έρθουν να με δουν σε κάποια μου παρουσίαση. Κίνδυνοι αδιαμφισβήτητα υπάρχουν πάρα πολλοί. Όμως και που δεν υπάρχουν; Σε άλλη περίπτωση θα έπρεπε να είμαστε στο γυάλινο κλουβί της προσωπικής μας απομόνωσης και να γράφουμε για τον εαυτό μας, τους συγγενείς και τον άνδρα μας. Μπορούμε να ελέγξουμε κάποια πράγματα, την ασύδοτη προβολή μας για παράδειγμα στο διαδίκτυο, όπως και τις ώρες που ξοδεύουμε γιαυτήν. Άλλωστε έχω πει πάρα πολλές φορές, πως οι συγγραφείς δεν είναι σταρ.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τις καίριες ερωτήσεις σας κυρία Μαλισσόβα, που δίνουν την ευκαιρία στους αναγνώστες σας να με γνωρίσουν και σαν άνθρωπο.
Σας εύχομαι από καρδιάς προσωπική και επαγγελματική επιτυχία.
Άννα Γαλανού,"Σμαράγδι στη Βροχή",εκδ.Διόπτρα
Απόσπασμα από το βιβλίο

Η μετανάστευση τότε ήταν στο φόρτε της. Η Ελλάδα έδιωχνε αδιάφορη τα νιάτα της στην ξενιτειά, αφού δεν είχε τίποτα καλύτερο να τους προσφέρει. Οι δελεαστικές φωνές της Αυστραλίας, της Αμερικής, του Καναδά, της Γερμανίας και του Βελγίου ακούγονταν τόσο μεγαλοπρεπείς, όλες τους έσταζαν χλιδή και πλούτο. Καμιά σχέση με τα φτωχά Ελληνικά χωριά, γεμάτα από κάματο και πείνα. Καμιά σχέση με τις επαρχιακές πόλεις που ζούσαν με το παραμύθι της πρωτεύουσας, που όμως πολύ γρήγορα ξέφτιζε στα μάτια τους. Οι κοπέλες δούλευαν είτε υπηρέτριες σε σπίτια, είτε από το πρωί ως το βράδυ στα εργοστάσια για ένα ξεροκόμματο και οι άνδρες χαμαλίκι, ή στις οικοδομές. Ζωές χωρίς προοπτική και χωρίς μέλλον!
Βέβαια κανένας δεν μιλούσε για τα πιάτα που περίμεναν στοίβες στην Αμερική, για τις στοές στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου και για τις απάνθρωπες συνθήκες στα εργοστάσια της Γερμανίας. Κανένας δεν έκανε αναφορά για τις φτωχές κοπέλες που πήγαιναν νύφες και που τις επέλεγαν συγγενείς και γαμπροί μέσα από εβδομαδιαίες φωτογραφίες, μόνο και μόνο για να διατηρηθεί το ακέραιο της φυλής! Κανένας δεν μιλούσε και για το ρατσισμό που αντιμετώπιζαν οι μετανάστες, για τις άθλιες συνθήκες που ζούσαν, για τις ατέλειωτες ώρες δουλειάς και για την απαξιωτική αντιμετώπιση από τους ντόπιους. Όλοι έφευγαν με το όνειρο της καλύτερης ζωής, δεμένο σαν κόμπος στην άκρη του μαντιλιού τους και με την βεβαιότητα ότι οι μέρες που θα ξημέρωναν από δω και μπρος, θα ήταν όλες ρόδινες.
Βιογραφικό
Η Άννα Γαλανού γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Πεζά του Ηρακλείου Κρήτης. Σπούδασε Οικονομικά και ασχολήθηκε με τη Διαφήμιση και το σχεδιασμό εντύπων.
Από πολύ μικρή ηλικία ξεκίνησε να γράφει στην αρχή μικρά έμμετρα ποιήματα και αργότερα διηγήματα και άλλα είδη πεζού λόγου.
Στην Β’ Λυκείου απέσπασε το πρώτο Παγκρήτιο βραβείο για τη συγγραφή κειμένου της για το βιβλίο Αναφορά στο Γκρέκο του Νίκου Καζαντζάκη και την αμέσως επόμενη χρονιά κέρδισε το πρώτο Πανελλήνιο βραβείο αποφοίτων Λυκείου, με τη μελέτη που έκανε συνολικά πάνω στο έργο του Καζαντζάκη.
Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την ποίηση και δυο χρόνια αργότερα το ποίημα της ‘’Άδειος κόσμος’’πήρε δεύτερο Πανελλήνιο βραβείο και βραβείο ΕΡΤ και συμπεριλαμβάνεται σε πάνω από είκοσι ποιητικές συλλογές.
Στα επόμενα χρόνια απέσπασε πολλές διακρίσεις με τη συμμετοχή της στα λογοτεχνικά δρώμενα της χώρας και απέσπασε το πρώτο Πανελλήνιο βραβείο με το διήγημα της ‘’ Με Αντίπαλο Τη Ζωή’’. Δυο χρόνια αργότερα πήρε το δεύτερο βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα με το θεατρικό της έργο ‘’Το Τέλος Μιας Κωμωδίας’’, σε Πανελλήνιο διαγωνισμό της ΕΡΤ. Το έργο της αυτό μεταγλωττίστηκε στα Ισπανικά και Πορτογαλικά. Έχει γράψει πολλά πεζογραφήματα, ποιήματα καθώς και τα παραμύθια: Ένας φτωχός πλούσιος, το παραμύθι του καθρέπτη και ο Νικήτας.
Από τις εκδόσεις Ωκεανίδα κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της:
Αντιμέτωποι με το Χθες
Το Παράπονο μου Μια Κραυγή
Οι Τρεις Φωτιές
Από τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ κυκλοφορούν :
Σμαράγδι στη Βροχή
Τότε που τραγουδούσαν οι Θεοί
Παιδικά:
Ο Λόκο στο σχολείο
Ο Λόκο στο χιόνι
Ο Λόκο και οι γάτες του

Η Άννα Γαλανού θα βρίσκεται στο Βόλο την Τετάρτη 29 Απριλίου,στο καφέ Lobby,Δημητριάδος 178Α,στις 7.30 το απόγευμα.
                                           Δημήτρης Στεφανάκης


                     "Μέσα από τη δική του,μικρή ιστορία,κάθε άνθρωπος
           μαθαίνει να αντιστέκεται, να ονειρεύεται, να ερωτεύεται, να ελπίζει."


Ο βραβευμένος συγγραφέαςΔημήτρης Στεφανάκης μιλά σε πρώτο πρόσωπο για το βιβλίο του:
"Ο χορός των ψευδαισθήσεων",που βρίσκεται από τις 2 Απριλίου στα βιβλιοπωλεία( εκδόσεις Ψυχογιός).
Μετά τις "Μέρες Αλεξάνδρειας",συμπλήρωσε με το "Φιλμ Νουάρ" και την "Άρια,ο κόσμος από την Αρχή" μια τριλογία για τον κοσμοπολιτισμό,ταξιδεύοντάς μας αναγνωστικά σε άλλες εποχές,ενώ με το Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι, παρέα με τον Αλμπέρ Καμύ,τελειώνει,όπως ο ίδιος λέει, τον κύκλο που τον εντάσσει στους κλασικούς συγγραφείς της γενιάς του.

"Σήμερα αφήνω πίσω μου τον διεθνικό αυτό σύμπαν, για να επιστρέψω στο μοντέρνο κόσμο και να αναμετρηθώ μαζί του ως συγγραφέας της νέας χιλιετίας,είχε πει στην τελευταία του συνέντευξη στη Θ. Η πικρή γεύση που άφησαν τα τελευταία χρόνια με την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού ονείρου αλλά και η ανεπίστρεπτη νιότη μιας ολόκληρης χώρας που θα νοσταλγούμε εφεξής, αποτελούν τον αφηγηματικό μίτο στο νέο μου μυθιστόρημα. Η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα δεν έχει να επιδείξει μεγαλειώδεις κόσμους, διαθέτει ωστόσο τη δική της μυθιστορηματική δυναμική. Η γοητεία της σύγχρονης λογοτεχνίας συνίσταται στο γεγονός ότι μπορεί να δώσει σε μια παρέα απλών ανθρώπων επικό ανάστημα ισάξιο ενός Αγαμέμνονα ή ενός Άμλετ. Στο νέο μου μυθιστόρημα δεν αναζητώ μόνο καινούργιους μύθους αλλά και νέα εκφραστικά μέσα και μέσα από όλα αυτά την εξέλιξή μου ως μυθιστοριογράφου.


Με αφορμή την κυκλοφορία του "Χορού των Ψευδαισθήσεων",ο Δημήτρης Στεφανάκης,εξηγεί:

"Κατά κάποιον τρόπο κουράστηκα να δημιουργώ μεγαλεπήβολους κόσμους, πίσω από τους οποίους κρύβονται ένα σωρό σχόλια για το σήμερα, αποφάσισα δηλαδή να αναμετρηθώ μετωπικά με την εποχή μου και να (απο)δείξω ότι κυρίως είμαι ένας συγγραφέας του σήμερα, αυτό ήταν το βασικό μου κίνητρο.

Αυτό το βιβλίο θα έχει και συνέχεια, όσον αφορά το πλαίσιο που θα κινηθώ και στα επόμενα ,προσπαθώ δηλαδή να αρχικά να οικοδομήσω έναν μύθο για την ίδια την Αθήνα ως Μητρόπολη, αλλά πέρα από αυτό να δω το σήμερα, την Ελλάδα του σήμερα, τους Έλληνες, τους ανθρώπους που ζουν δίπλα μου, να μπορέσω να δώσω στον αναγνώστη να καταλάβει πώς αυτοί οι άνθρωποι εξελίχτηκαν αυτές τις δύο δεκαετίες, μέσα από αυτές τις καταιγιστικές αλλαγές. Η εποχή του ’90 είχε κάτι από τη ρομαντική εκδοχή της ζωής, δεν υπήρχαν κινητά, δεν υπήρχε υπολογιστής σ’ αυτόν τον βαθμό, δεν υπήρχε Facebook, Skype, η ζωή μας ήταν λιγότερο ,ψηφιακή, λιγότερο διαδικτυακή, ήταν πιο πραγματική.

Όσον αφορά την εξέλιξη της μυθοπλασίας,
πλέον αντιμετωπίζω την σύγχρονη Ελλάδα ως εμπειρία των δύο τριών προηγούμενων δεκαετιών. Πέρα από τις καταιγιστικές αλλαγές που είχαμε στην καθημερινότητά μας, βιώσαμε λίγο-πολύ τον πολιτισμό της πρώτης δεκαετίας του 2000 ο oποίος έφερε την απρόσμενη πτώση της δεύτερης δεκαετίας. Μέσα σ αυτό το κλίμα αμηχανίας, στο οποίο λίγο πολύ είμαστε όλοι εγκλωβισμένοι, εγκλωβίζονται και οι δικοί μου ήρωες. Πρόκειται δηλαδή για παιδιά, για ανθρώπους που στη δεκαετία του ’90 ήταν φοιτητές, οραματίζονταν ένα λαμπρό μέλλον, χόρευαν λάτιν χορούς, το γλεντούσαν, κατά κάποιον τρόπο.

Η βασική ηρωίδα, η Έλια, είναι δασκάλα χορού, η οποία μετά τις σπουδές της έχει κάνει καριέρα στο εξωτερικό ,επιστρέφει στα δύσκολα χρόνια, τώρα, και προσπαθεί με τον αφηγητή ,το Μάνο Πιερίδη, να αναπληρώσει τα χαμένα βήματα του έρωτα, να εκπληρώσουν αυτό το ανεκπλήρωτο όνειρο της πρώτης μετεφηβικής ηλικίας. Κι αυτό το κάνουν μέσα από τα βήματα του Αργεντίνικου τάνγκο.

Το μυθιστόρημα κινείται στο σήμερα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, με την κρίση, με την αμηχανία ενός ολόκληρου λαού, με τις δυσκολίες του, με κάποιες τραγικές επιπτώσεις, όπως είναι η αυτοχειρία του Αλεκίνου, του αινιγματικού ήρωα, αλλά ταυτόχρονα και πάνω σ΄ ένα πλαίσιο χορού.

Ο χορός έχει μια πολύ μεγάλη σημασία σ΄ αυτό το βιβλίο, είναι μια δεύτερη γλώσσα ουσιαστικά, με την οποία πολλοί από τους ήρωες εκφράζουν τα μύχια συναισθήματά τους, μεταξύ των οποίων και τον έρωτα.

Πιστεύω ότι ο άνθρωπος, πέρα από τα μείζονα γεγονότα της ιστορίας ,αν υποθέσουμε ότι η Κρίση είναι ένα μείζον γεγονός της Ιστορίας, έχει τη δική του μικρή ιστορία. Μέσα από αυτή τη μικρή ιστορία μαθαίνει να αντιστέκεται, να ονειρεύεται, να ερωτεύεται, να ελπίζει.

Μότο σ΄ αυτό το βιβλίο είναι το: «για ποιον αγαπάμε, αν όχι για εμάς τους ίδιους». Στην πραγματικότητα,
«για ποιον αντιστεκόμαστε, αν όχι για εμάς τους ίδιους», «για ποιον ζούμε, αν όχι για εμάς τους ίδιους», «για ποιον γράφουμε, αν όχι για εμάς τους ίδιους»……..

Ουσιαστικά, όλο αυτό οικοδομεί έναν κώδωνα κρούσης στον εσωτερικό μας κόσμο, κι αυτό είναι η λογοτεχνία.

Η λογοτεχνία χρησιμοποιεί ένα φόντο πάντα. Αλλά πέρα από αυτόν το φόντο πρέπει να χτίσει, να οικοδομήσει και τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων. Κι αυτό πρέπει να είναι καθαρό, ώστε να μπορεί να έχει πρόσβαση και ο αναγνώστης. Μέσα από αυτούς τους μικρόκοσμους των ηρώων βρίσκει στοιχεία για να εμπνευστεί και να ταυτιστεί και ο αναγνώστης και να προεκτείνει έτσι την ανάγνωση ενός βιβλίου. Ένας συγγραφέας είναι ένα πεπερασμένο ον, δεν μπορεί να τα σκεφτεί όλα.

Ο κάθε αναγνώστης σκύβει και βρίσκει και τα προσωπικά του αισθήματα μέσα σε ένα βιβλίο κι αυτό είναι και το δημιουργικό στοιχείο της ανάγνωσης .

Η ανάγνωση δεν είναι απλά μια παθητική διαδικασία, στην πραγματικότητα ο αναγνώστης αναδημιουργεί ένα βιβλίο.






Δημήτρης Στεφανάκης
," Ο Χορός των ψευδαισθήσεων"
εκδ.Ψυχογιός.


Απόσπασμα από το βιβλίο:

Ζούμε στη χώρα των παραμυθιών.

Ζούμε στη χώρα των παραμυθιών. Το σκεφτόμουν τη μέρα της παρουσίασης της βιογραφίας του Αλεκίνου σε γνωστό βιβλιοπωλείο του κέντρου έξι μήνες μετά το θάνατό του, κοιτάζοντας το γιγαντιαίο πανό που κοσμούσε την βιτρίνα,πλημμυρισμένη από τα αντίτυπα του βιβλίου. Παραμέρισα, για να διευκολύνω το τηλεοπτικό συνεργείο που κάλυπτε την εκδήλωση και άκουσα τον επικεφαλής να λέει: «Ζουμ στο Αλέξανδρος». Ύστερα,όλοι τους έσπευσαν στο κατάμεστο πατάρι όπου οι ομιλητές είχαν λάβει θέση στο πάνελ κι η οικογένεια της Αντωνίας είχε στρογγυλοκαθίσει στο πρώτο τραπέζι. Της ζήτησαν μια δήλωση κι εκείνη επανέλαβε αυτό που είχε πει πριν από μερικούς μήνες: «Όσοι νομίζουν ότι η υπόθεση του συζύγου μου θα μπει γρήγορα στο αρχείο δεν ξέρουν τι τους περιμένει».

8 Νοεμβρίου 2011. Ο Αλέξανδρος Σάντσας ή Αλεκίνος δίνει τέλος στη ζωή του διχάζοντας μια ολόκληρη χώρα που βρίσκεται ήδη σε κρίση. Ο Μάνος Πιερίδης, μέλος μιας παρέας στην οποία ανήκε ο αυτόχειρας, αναθυμάται στιγμές από την κοινή τους ζωή στη δεκαετία του ενενήντα. Η μνήμη του ψηλαφεί τα ανέμελα χρόνια της νιότης, τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για την Έλια, τη νεαρή δασκάλα χορού, την πολυκύμαντη φιλία του με τον Σέργιο. Μέσα από μικρά και μεγάλα επεισόδια που οδηγούν στο σήμερα αναδεικνύεται το ψηφιδωτό χαρακτήρων ενός λαού που χόρεψε στον ρυθμό των ψευδαισθήσεων προτού βυθιστεί σε μια απρόσμενη περιπέτεια.

Ένα μυθιστόρημα για τη δοκιμασία της ζωής και του έρωτα με φόντο την πολύκροτη κρίση.

29 Μαρτίου 2015

 
 
 
                                                            Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
 

                                           Θέλησα να αποτυπώσω πόσο στο facebook 
                                                             δεν "υπάρχει" η Αλήθεια

 
 Με αφορμή το βιβλίο της :"Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας,(εκδ.Πόλις) ,ένα εντελώς καινούργιο εγχείρημα από εκδοτικής απόψεως,αφού αφορά την ανθολόγηση των αναρτήσεών της στο διαδίκτυο,η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου μιλά στις Διαδρομές για την εποχή του διαδικτύου και τη χρηστικότητά του.
Πώς και γιατί μια μεταφράστρια περνά στη θέση του συγγραφέα;
Πόσο σημαντική είναι η αίσθηση του χιούμορ εντός και εκτός διαδικτύου αλλά και πόσο οι "τοίχοι"του διαδικτύου μπορούν να συγκριθούν με το τυπωμένο χαρτί;
Και,τελικά,η Κρίση πόσο σχετίζεται με την αύξηση των χρηστών του διαδικτύου;

 
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθο πλασίας» , ο τίτλος του βιβλίου σας,που αποτελεί μία ανθολόγηση των ποστς σας στο facebook. Τι σας παρακίνησε να μεταφέρετε στο χαρτί τις διαδικτυακές σας αναρτήσεις;
Μετά από 4-5 χρόνια σταθερής χρήσης του facebook, συνειδητοποίησα πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν ούτως ή άλλως, πεδίο «μυθοπλασίας»: καθένας μας πλάθει εκεί έναν εαυτό και μια πραγματικότητα – ομοίως κι εγώ. Επίσης οι σχολιασμοί της πραγματικότητας φέρουν κατεξοχήν τη σφραγίδα της προσωπικής μυθολογίας καθενός. Στο facebook αντιλαμβάνεσαι ξεκάθαρα πόσο δεν «υπάρχει» η Αλήθεια, πόσο ασταθές υλικό είναι. Αυτή την ιδέα θέλησα να αποτυπώσω με έναν τρόπο πιο συνεκτικό –δηλαδή σε ένα βιβλίο– από ό,τι το έκανα κάθε μέρα στις σκόρπιες αναρτήσεις μου.

Πόσο εύκολο είναι να σταχυολογήσει κάποιος όσα γράφει καθημερινά στο διαδίκτυο; Με ποιο κριτήριο κάνατε τις επιλογές σας;

Αν εξαιρέσει κανείς το ατέλειωτο scrolling (αφού δεν είχα τα κείμενά μου συγκεντρωμένα πουθενά παρά μόνο διάσπαρτα στον «τοίχο» μου), δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, εφόσον είχα ένα λίγο-πολύ συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό σχέδιο κατά νου για το τι θα είναι το βιβλίο. Επέλεξα αυστηρά εκείνα τα κομμάτια που μπορούσαν να οικοδομήσουν αυτό που ήθελα – την προσωπική μου μυθολογική πραγματικότητα. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε «επίκαιρα» γεγονότα. Τα επίκαιρα χάνονται μαζί με τον χρόνο. Είναι ευχάριστα ανησυχητικό το πώς δεν μπορείς να επιστρατεύσεις αυτό που κατεξοχήν θεωρούμε «πραγματικότητα» (δηλαδή τα γεγονότα) για να φτιάξεις το πορτρέτο της. Είναι δύο τελείως διακριτά πράγματα η επικαιρότητα και η πραγματικότητα. Η πρώτη ανήκει δικαιωματικά στη δημοσιογραφία. Η δεύτερη, στη λογοτεχνία.


Η πλειονότητα των κειμένων έχουν έντονη χροιά χιούμορ και αυτοσαρκασμού.Πόση ανάγκη έχει ο αναγνώστης αλλά και ο χρήστης του διαδικτύου από χιούμορ;

Το χιούμορ έχει την ευλογημένη ιδιότητα να σχετικοποιεί τα πάντα, και ιδίως τον εαυτό μας. Μας κάνει τη χάρη να μας πετάει έξω από το κέντρο του κόσμου, όπου νομίζουμε ότι βρισκόμαστε και να μας κάνει καλύτερους παρατηρητές, άρα, νομίζω, και αναγνώστες.
Είναι μια γενικότερη στάση ζωής το χιούμορ. Δεν είναι καθόλου το ίδιο με την «πλάκα», που μπορείς να πεις ότι δεν χωράει σε όλες τις περιστάσεις. Η υπαινικτικότητα, για παράδειγμα, λειτουργεί σαν προτροπή για δημιουργική ανάγνωση και ερμηνεία. Για μένα, ως αναγνώστρια κατ’ αρχήν, αυτό είναι τεράστιο προσόν σε ένα κείμενο.

Δεν θα μπορούσα να μην επισημάνω την γλωσσοπλαστική δεινότητά σας, πάντα με άξονα το χιούμορ: για παράδειγμα, λέξεις-νεολογισμοί όπως: ραφιάνος,συναγχωμένη,διαπληκτρισμός,δείχνουν άριστη γνώση της γλώσσας.Πώς μια πολυβραβευμένη μεταφράστρια,αποφάσισε να περάσει στο χώρο της συγγραφής;
Νομίζω πως όλα τα ωραία πράγματα (πρέπει να) ξεκινούν ως παιχνίδι, και στη συνέχεια να διατηρούν αυτή την αίσθηση που έχουν για το παιχνίδι τα παιδιά: ένα εξόχως σοβαρό, χαρούμενο ξεμυάλισμα. Κάπως έτσι έβλεπα ανέκαθεν τη δουλειά μου, που είναι η γλώσσα. Το παιχνίδι μαζί της είναι αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητάς μου, ένα είδος επαγγελματικής παραμόρφωσης. Η γλώσσα φτιάχνει την αντίληψή μας και αντιστρόφως, άρα «πειράζοντας» τη γλώσσα, δημιουργείς κατά κάποιον τρόπο
και νέα πεδία αντίληψης του κόσμου. Πάντως η απόφαση δεν ήταν και τόσο εύκολη. Έχοντας συνηθίσει στον υπέροχο ρόλο της σκιάς των συγγραφέων, η μετάβαση στο προσκήνιο (και μάλιστα με ένα μάλλον ακατάτακτο βιβλίο) έγινε μετά από μεγάλο δισταγμό.

Αλήθεια,σε ποιο λογοτεχνικό είδος εντάσσεται(τε) το βιβλίο σας;
Αυτό παραμένει μυστήριο! Οι Αγγλοσάξωνες έχουν εισαγάγει εδώ και πολύ καιρό την έννοια του flash fiction – πεζά μικρής και πάρα πολύ μικρής (αστραπιαίας) φόρμας, και πιθανώς αυτό το είδος να γειτνιάζει περισσότερο με τη μορφή των κειμένων του βιβλίου. Ώσπου όμως να εμφανιστούν και άλλα παρόμοια δείγματα, μάλλον το είδος θα παραμείνει μακαρίως αβάπτιστο.

Εσείς πώς χρησιμοποιείτε το facebook και γιατί; Σε τι σας "χρησιμεύει";
Είναι ένα μεγάλο παράθυρο με γερή σήτα και, εφόσον το επιλέξω, διπλά τζάμια και βαριές κουρτίνες. Είναι ενα μεγάλο θέατρο όπου ποτέ δεν ξέρεις τι ακριβώς έργο θα δεις. Είναι επίσης, για μένα προσωπικά, και κάτι σαν σημειωματάριο ή ημερολόγιο. Είναι πεδίο επικοινωνίας, επαφής, πλάκας ενίοτε. Ως ένθερμη οπαδός του γραπτού λόγου, βρίσκω ότι μου ταιριάζει πολύ περισσότερο από ό,τι, ας πούμε, το τηλέφωνο. Τέλος χρωστώ χάρη στους διαδικτυακούς μου φίλους που γίνονται για μένα, εκτός των άλλων, και ένα πολύτιμο φίλτρο ενημέρωσης για τα τρέχοντα.

Κρίση και χρήση του διαδικτύου: θέλετε να το σχολιάσετε;
Βλέπω τα δύο αυτά εν πολλοίς ως συγκοινωνούντα δοχεία. Προφανώς, η κρίση είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και επιπτώσεις, ταυτόχρονα όμως, όπως όλα τα πράγματα ήταν και θέμα πρόσληψης. Το διαδίκτυο είναι αλήθεια πως όξυνε τα πνεύματα. Η ευχέρεια της ανταλλαγής απόψεων μετατράπηκε σε ευχέρεια ανταλλαγής ύβρεων και εν συνεχεία σε σύμπηξη θεωρητικών στρατοπέδων (του καναπέ), που απλώς αλληλοτροφοδοτούνταν με αντιπάθεια και δηλητήριο. Διαβάζω συχνά πως έτσι «ξέρουμε πλέον ποιος είναι τι», και ομολογώ ότι με ανατριχιάζει ο απειλητικός τόνος της διαπίστωσης.

Τελικά,το χαρτί ή ο "τοίχος" που ποστάρουμε έχει μεγαλύτερη αίγλη; Είναι συγκρίσιμα;
Φυσικά το χαρτί! Μακράν. Έστω και αν έχει κανείς χιλιάδες «φίλους» και εκατοντάδες «like», ο τυπωμένος στο χαρτί λόγος διατηρεί σχεδόν την ίδια μαγική βαρύτητα που είχε από την εποχή του Γουτεμβέργιου. Είναι πολύ νεαρά ακόμα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να συγκριθούν με το βιβλίο. Κατά τη γνώμη μου, αποτελούν αφορμή δημιουργίας, μια πλατφόρμα, ακόμα και τόπου εξόρυξης υλικού δημιουργίας. Αλλά το όποιο υλικό, αν θέλει να έχει υπόσταση, αν θέλει να συνιστά έναν «κόσμο», απαιτεί μια δομή, αρχή, μέση και τέλος. Αυτό κάνουν τα βιβλία.

Θέλετε να μας μιλήσετε για τα επόμενα συγγραφικά και μεταφραστικά σας σχέδια;
Σχέδια μπορώ να κάνω μόνο για τη δουλειά μου, που είναι η μετάφραση. Περιμένω με ανυπομονησία, σε λίγες μέρες, να κυκλοφορήσει το
Η Δύναμις και η Δόξα, του Γκράχαμ Γκρην, ένα πολύ σπουδαίο βιβλίο, από τις εκδόσεις Πόλις. Στα σκαριά έχω, επίσης για τις εκδόσεις Πόλις, το Ομαδικό Πορτρέτο με Κυρία, το opus magnum του Χάινριχ Μπελ, ενώ ετοιμάζω και για τις εκδόσεις Πατάκη μια συλλογή κριτικών δοκιμίων του Ντάνιελ Μέντελσον, με θέματα που ξεκινούν από τον Ρεμπό και φτάνουν, με την ίδια εκπληκτική διεισδυτικότητα, έως το Άβαταρ του Κάμερον. Ως προς τη συγγραφή, επαφίεμαι στην φιλανθρωπία των πραγμάτων να μου υποδείξουν, αν θέλουν, το επόμενο βήμα.


 
 
Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Το Παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίαςΠόλις, 2014, σελ. 191



Ως δόκιμη και πολύπειρη μεταφράστρια, η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου ανατέμνει με χειρουργική ακρίβεια τη γλώσσα, την αναποδογυρίζει, την υποβάλλει σε ακραίες δοκιμασίες· όχι βέβαια πως την αντιμετωπίζει ως πτώμα, κατάλληλο μονάχα για δεξιότεχνες τομές και ταριχευτικές ασκήσεις. Κάθε άλλο· τη γλώσσα την κυρώνει και την τιμά, κυρίως όμως την αντιμετωπίζει ως δραστήριο και απρόβλεπτο συμπαίκτη, με τον οποίο μπορεί κανείς να σκαρώσει σκανταλιές και συνωμοτικές αποδράσεις από τη συμβατικότητα, να στήσει παγίδες στην τυπική, καθημερινή λογική. Ολο αυτό το κλίμα της ευφρόσυνης συμβίωσης με έναν απαιτητικό αλλά και γενναιόδωρο συγκάτοικο, το αποτυπώνει σαφώς στο παρόν πεζογράφημα, το πρώτο που την εισάγει στη βιβλιαγορά με την ιδιότητα της συγγραφέως και όχι της μεταφράστριας. Στην ουσία, πρόκειται για μικρά κείμενα αναρτημένα στον «τοίχο» της, στην αρένα του facebook, ενός από τα λεγόμενα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης» που περισφίγγουν τη σύγχρονη διαπροσωπική επικοινωνία και με τη διαδραστική λειτουργία τους αποκαλύπτουν - ή επινοούν - παράλληλους κόσμους.(Λίζυ Τσιριμώκου,Το Βήμα)


 
Αν η πρώτη ενότητα δίνει τον τόνο και εισάγει τον εαυτό της και τον «άλλο εαυτό» της (1. «Το πρώτο πρόσωπο»), ακολουθούν τα πράγματα (2. «Αυτά») και τα πρόσωπα (3. «Αυτοί»), συμπρωταγωνιστές της σε μια «τρελή» καθημερινότητα, που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τη μυθοπλασία. Επονται λοξές ματιές στο εργαστήρι της δουλειάς της (4. «Της μετάφρασης»), τον χρόνο (5. «Εντοιχισμένη ενηλικίωση»), προσπάθειες εμπλουτισμού των λεξικών με εξαίρετα παραδείγματα πορτμαντό λέξεων (6. «Εκτός λεξικού») και, τέλος, μεγαλύτερες και συναρπαστικότερες αφηγηματικές ενότητες (7. «Ιστορίες από το Σαχλαμαράν»). Κυριολεξία και μεταφορά αντιμεταθέτουν τη λειτουργία τους, οι μηχανισμοί της αβλεψίας και του λάθους κυριαρχούν, οι ελεύθεροι συνειρμοί απογειώνονται.
"Σε μια λογοτεχνία όπου το χιούμορ μάλλον αποφεύγεται, δεν μπορεί παρά να υποδεχθεί κανείς με κάποια ανακούφιση τους θραυσματικούς αυτοσχεδιασμούς και τους εύστοχους αφορισμούς της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου
Αριστοτέλης Σαίνης(efsyn)
 

Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας" είναι ένα υπέροχο (και ιδιαίτερα πνευματώδες) βιβλίο, στο οποίο μπορείς να επανέρχεσαι από καιρού εις καιρόν, διαβάζοντας ένα λήμμα, μια "απογειωμένη" πρόταση, μια σελίδα. Τίποτα δεν είναι τυχαίο σ'αυτή την έξοχη κατασκευή, ενώ οι επιλογές των κειμένων (που αρκετά ή ενδεχομένως τα περισσότερα από αυτά είχαν "δημοσιευτεί" στο Facebook της συγγραφέως) είναι ευρηματικές και ακριβείς.(librofilo)

Έξοχο,σύγχρονο,ευρηματικό.Μια άριστη γνώστις της γλώσσας μας χαρίζει αναγνωστική απόλαυση-είτε ασχολούμαστε είτε όχι με την κοινωνική δικτύωση.
Χαριτίνη Μαλισσόβα
 
 

Βιογραφικό
Η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969 και σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο της Konstanz, στη Γερμανία. Ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση και την επιμέλεια από το 1994. Παράλληλα έχει διδάξει επί πολλά χρόνια αρχαία ελληνικά σε μαθητές, ελληνικά σε ξένους και μετάφραση στο ΕΚΕΜΕΛ. Έχει στο ενεργητικό της πάνω από 30 μεταφράσεις, από τα αγγλικά και τα γερμανικά, που περιλαμβάνουν συγγραφείς όπως ο Κάφκα, ο Τουέιν, ο Στίβενσον, ο Κόου, ο Βιντάλ, ο Χάξλεϊ, ο Ντόκτοροου κ.ά., και συνεργασίες με πολλούς εκδοτικούς οίκους. Το 2011 τιμήθηκε από το ΕΚΕΜΕΛ με το Βραβείο Αγγλόφωνης Μετάφρασης για το βιβλίο "Χαμένοι",του Ντάνιελ Μέντελσον.

24 Μαρτίου 2015

                                                             Αννίτα Παναρέτου




 " Απόδειξη της μητρικής αγάπης 
η σωματική, κυρίως όμως ψυχική και νοητική διαθεσιμότητα"




Με αφορμή το αυτοβιογραφικό βιβλίο της με τίτλο "Ψυχής Εγκώμιον"(Βιβλιοπωλείον της Εστίας), που περιγράφει τη γεμάτη κλυδωνισμούς σχέση της με την μητέρα της,
η Αννίτα Παναρέτου μιλά στις Διαδρομές για τα κοινά στοιχεία που βρίσκει  ο αναγνώστης  στη σχέση με τη δική του μητέρα αλλά και για το "αλάθητο" που δεν μπορεί να διεκδικεί κανένας γονιός.
Με τον εφιάλτη της σύγχρονης μάστιγας που λέγεται άνοια να χτυπά τη μητέρα της,αναφέρεται στα προβλήματα και στο κόστος που επιφέρει η ασθένεια αυτή στην οικογένεια.
Πόσο η ίδια μοιάζει  στην μητέρα της και πόσο εύκολο είναι να αποφύγουμε να μιμηθούμε συμπεριφορές των γονιών μας,όσο κι αν το επιθυμούμε;
Ο ρόλος της ψυχανάλυσης πόσο μπορεί να μας βοηθήσει να επουλώσουμε τις πληγές που ηθελημένα ή άθελα αφήνουν οι γονείς μας και ,τελικά, ποια είναι εκείνα  τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την ουσιαστική μητρική αγάπη;


 «Ψυχής Εγκώμιον» ο τίτλος του βιβλίου σας. Μιλάτε με άξονα τη σχέση σας με τη μητέρα σας. Πέστε μας για αυτήν ειδικά τη σχέση μητέρας-κόρης και για τα δικά σας ανάμεικτα συναισθήματα...
-Στην περίπτωσή μου υπήρχε μια αξιόλογη, χαριτωμένη γυναίκα, που, ατυχώς για μένα, δεν ανταποκρίθηκε στον ρόλο της μητέρας που εγώ είχα ανάγκη –προσπάθησε να αντιμετωπίσει προσωπικές ανασφάλειες που ποτέ της δεν συνειδητοποίησε, με μια τυραννική κτητικότητα, τελείως ασύμβατη με τη δική μου ιδιοσυγκρασία. Η συμπεριφορά της, συχνά ανακόλουθη, είχε ως αποτέλεσμα μια βασανισμένη σχέση, γεμάτη αντιφάσεις και γι΄αυτό γεμάτη κλυδωνισμούς. Από τον παράδεισο στην κόλαση και αντιστρόφως.   Μπόρεσα όμως (παρότι χρειάστηκαν δεκαετίες) να επεξεργαστώ αυτή τη σχέση, να αποφορτιστώ από τον θυμό που κουβαλούσα μέσα μου από παιδί και να «συμφιλιωθώ» με τη μητέρα μου (έστω και μονομερώς, καθώς η ίδια, πάσχοντας από άνοια, δεν είχε επίγνωση ούτε συμμετοχή),πριν πεθάνει.

Η λογοτεχνική αξία του βιβλίου είναι αδιαμφισβήτητη και ξεπερνά τη δική σας κατάθεση ψυχής, αφού ο αναγνώστης βρίσκει στοιχεία της δικής του μητέρας,ανεξάρτητα αν η σχέση του με αυτή ήταν οδυνηρή ή καλή.  
 - Ήξερα ότι ο αναγνώστης θα αναγνώριζε οικεία στοιχεία μέσα στο Ψυχής Εγκώμιον. Δεν περίμενα όμως ότι θα υπήρχε τόση ταύτιση, ακόμα και σε περιπτώσεις διαφορετικές από τη δική μου, ακόμα και με άνδρες αναγνώστες. Μισοαστεία μισοσοβαρά, τείνω να πιστέψω ότι η μητέρα μου ως προσωπικότητα και η σχέση μου μαζί της είχαν τέτοια πολυπλοκότητα, ώστε να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του σχετικού φάσματος…

Μήπως, τελικά, η κάθε μητέρα περνά από στάδια σταδιακής αμφισβήτησης της παντοδυναμίας της; 
-Φυσικά ναι, και αυτή είναι η φυσιολογική εξέλιξη. Αυτό πρέπει να συμβεί, γιατί αλλιώς τα παιδιά «ευνουχίζονται». Στην αρχή της ζωής μας δεν έχουμε επίγνωση του εαυτού μας ως αυτόνομης οντότητας. Είμαστε η μητρική συνέχεια. Μεγαλώνοντας όμως πρέπει να απογαλακτισθούμε, με δυο λόγια να γίνουμε ο εαυτός μας. Στην αντίθετη περίπτωση μάλλον έχουμε να κάνουμε με αναπηρία.

 Η εξάρτηση των παιδιών από τους γονείς τους, θεωρείτε ότι είναι θέμα της διαπαιδαγώγησής τους; Δεν πρέπει να απεγκλωβίζονται από αυτή και να ανοίγουν τα δικά τους φτερά;
-Η απάντησή μου στην προηγούμενη ερώτηση καλύπτει και αυτήν εδώ. Αυτός είναι ακριβώς ο ρόλος των γονιών: να ετοιμάσουν τα παιδιά τους για να ανοίξουν τα δικά τους φτερά. Και αυτή η ετοιμασία είναι ταυτόσημη με την συναισθηματική ασφάλεια που καθιστά ένα παιδί ικανό να βγει στον κόσμο και να τον αντιμετωπίσει. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα, η πρόκληση για έναν γονιό. 

Πόσο μπορεί να μας βοηθήσει η ψυχανάλυση για να λύσουμε τα «θέματα» της παιδικής μας ηλικίας;   
 -Πιστεύω πολύ. Ακόμα περισσότερο επειδή πρόκειται για θέματα της παιδικής ηλικίας, αφενός διότι η επίδρασή τους είναι καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία μας, αφετέρου διότι η αναγνώρισή τους χωρίς τη βοήθεια του ειδικού είναι δυσχερέστερη, αφού «αναδύονται» από μια μακρινή εποχή την οποία αδυνατούμε ή δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε.Προφανώς όμως υπάρχουν ορισμένες βασικές προϋποθέσεις, όπως ο σωστός αναλυτής και ο βαθμός επιθυμίας και θέλησης του αναλυόμενου να συνεργαστεί ουσιαστικά.

 Η μητέρα σας έπασχε από άνοια, σύγχρονη μάστιγα της τρίτης ηλικίας στην εποχή μας. Θέλετε να μας σκιαγραφήσετε την εμπειρία σας;   
-Θα την χαρακτήριζα εφιαλτική, για τα δικά μου μέτρα και δεδομένης της ιδιάζουσας σχέσης αλληλεξάρτησης που είχαμε οι δυο μας. Αναμφισβήτητα είναι μια πολύ μεγάλη δοκιμασία, η οποία γίνεται μεγαλύτερη όσο η κατάσταση επιδεινώνεται και όταν ο πάσχων εξακολουθεί να συμβιώνει με τους δικούς του ανθρώπους. Εκεί δημιουργείται και το δίλημμα: κατά πόσον είσαι διατεθειμένος να συνεχίσεις την συγκατοίκηση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή τη δική σου και της υπόλοιπης οικογένειας. Και συνεπάγεται πολλά, δυστυχώς…Εγώ είχα την κατανόηση και τη στήριξη της οικογένειάς μου και δεν απόθεσα την μητέρα μου σε κάποιο ίδρυμα. Παράλληλα όμως κατέβαλα το τίμημα, καθώς προσπαθούσα και τη μητέρα μου να φροντίσω και την οικογένειά μου να κρατήσω μακριά από τις εκδηλώσεις της ασθένειας και, παράλληλα, να βρίσκομαι και κοντά της και κοντά τους –δεν ήταν ούτε εύκολος ούτε πάντα κατορθωτός ο συγκερασμός.

Φιλοσοφικές αναζητήσεις και κατάθεση ψυχής καλύπτουν μεγάλο μέρος του βιβλίου σας, αγγίζοντας πολλές πτυχές της ζωής σας, όπως ο έρωτας και η δική σας οικογένεια.   Όλα είναι συνυφασμένα με τη μητέρα σας, και αν ναι, με ποιον τρόπο και σε ποιο βαθμό; 
  -Αν η μητέρα μου δεν ήταν αυτή που υπήρξε, δεν θα ήμουν κι εγώ αυτή που είμαι. Αν η σχέση μαζί της ήταν άλλη, αν η ανατροφή που μου έδωσε και η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία μεγάλωσα ήταν άλλες, σίγουρα η ζωή μου θα ήταν διαφορετική, το ίδιο και οι αντιλήψεις μου, και, κατά συνέπεια, ένα μεγάλο μέρος των επιλογών μου.

 Στο τέλος του βιβλίου παραδέχεστε ότι διαπιστώνετε πως μοιάζετε στη μητέρα σας, παρόλο που σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης δεν κρύβετε τη δυσαρέσκειά σας για τη συμπεριφορά της απέναντί σας. Σας αρέσει που συμβαίνει αυτό; 
-Μάλλον δεν θα έλεγα ότι μου αρέσει –ούτε και ότι δεν μου αρέσει- γενικώς και αορίστως (ασφαλώς και μου αρέσουν όσα καλά μου έχει κληροδοτήσει, αλλά η αίσθηση ότι όσο περνά ο χρόνος της μοιάζω, είναι διαφορετική από τη διαπίστωση μερικών επιμέρους ομοιοτήτων). Θα έλεγα ότι με εντυπωσιάζει βαθιά, ή και ότι με συγκινεί. 

 Πιστεύετε πως αποφύγατε τα λάθη της μητέρας σας στα δικά σας παιδιά; 
-Προσπάθησα να τα αποφύγω και νομίζω ότι εν πολλοίς το κατόρθωσα (αν και σκέφτομαι ότι ίσως, σε μερικές περιπτώσεις, έφτασα στο άλλο άκρο). Αλλά -όπως όλοι- έκανα άλλα λάθη, τα δικά μου λάθη. Το αλάθητο δεν ισχύει στην περίπτωση της μητρότητας (και της πατρότητας, βέβαια). Και είναι λογικό αυτό, από τη στιγμή που στη σχέση γονιών-παιδιών ενέχονται διαφορετικές προσωπικότητες, με διαφορετικές ανάγκες και αντιδράσεις. Εξ ου και οι διαφορές χαρακτήρα ανάμεσα στα αδέλφια που γεννήθηκαν από τους ίδιους γονείς και μεγάλωσαν στο ίδιο σπίτι, οι οποίες (λανθασμένα) θεωρούνται από πολλούς ως ανεξήγητες.

 Αποδείξεις, ουσίας, της μητρικής αγάπης προς το παιδί:Ποιες ιεραρχείτε εσείς;   
 -Την κατά το δυνατό αδιάκοπη διαθεσιμότητα, σωματική, κυρίως όμως ψυχική και νοητική. Δηλαδή: να έχουμε τα αυτιά μας ανοιχτά, να είμαστε πρόθυμοι να συζητήσουμε, να θυμηθούμε τη δική μας παιδική/εφηβική/νεανική ηλικία, να αποφύγουμε την υπεροψία της αυθεντίας, να κρίνουμε αλλά να μην γινόμαστε άτεγκτα/εισαγγελικά καταδικαστικοί, να είμαστε κοντά όταν τα παιδιά λαθεύουν και αποφασισμένοι να παραδεχτούμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης γι΄αυτά τα λάθη. Αυτή είναι, πιστεύω, μια αγάπη γόνιμη, ικανή να κάνει καλύτερους κι εμάς τους ίδιους.


Ψυχής Εγκώμιον,Αννίτα Παναρέτου,
Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Μια επώδυνη προσωπική ανασκαφή με άξονα τη σχέση μητέρας-κόρης


Το βιβλίο αυτό είναι ένα ιδιωτικό προσκυνητάρι· μια αναθηματική πλάκα στην απουσία, ένα εκτενές επιτύμβιο. Και μαζί, είναι μια εκ βαθέων προσωπική εξομολόγηση, η αποτύπωση μιας επώδυνης ψυχικής ανασκαφής: η Αννίτα Παναρέτου μιλάει για τη δύσκολη σχέση με τη μητέρα της και μιλώντας γι’ αυτήν ξετυλίγει τη διαδρομή της δικής της μεταμόρφωσης, της μετάβασης «απ’ αυτό που ήμουν ή που ήθελα να είμαι», καθώς γράφει, «σ’ αυτό που προσπάθησα ή που μπόρεσα να γίνω»· αναψηλαφώντας τα ίχνη αυτής της σχέσης στο ψυχικό της πεδίο και τη διαδικασία αποκρυπτογράφησής τους συνθέτει ένα βιβλίο απροκάλυπτα εξομολογητικό και εξαιρετικά ανταποδοτικό: Ο αναγνώστης μοιράζεται την οδύνη αλλά και την απελευθερωτική ευφορία της αυτοαποκάλυψης, αναγνωρίζοντας κομμάτια της ζωής και της εμπειρίας του. Γιατί, ακόμη κι αν τα εξιστορούμενα γεγονότα αποκλίνουν σημαντικά από το βίωμά του, η σχέση με τη μητέρα, τη δοτική, την τρυφερή, την κατανοητική, αλλά και την καταβροχθιστική, την απειλητική, την υπερπροστατευτική, την επικριτική, την παθητική, την απούσα (διαλέγουμε και παίρνουμε) μητέρα είναι αρχέτυπη, παντοδύναμη, πανταχού παρούσα.(Κατερίνα Σχινά,Καθημερινή)



Πώς ακριβώς όμως γράφεται ένα κείμενο πορείας προς την αυτογνωσία; Η Παναρέτου χρησιμοποιεί, όπως είναι αναμενόμενο, το πρώτο ενικό, παρεμβάλλει ωστόσο στις διηγήσεις της και άλλα στοιχεία: ημερολογιακές σημειώσεις που κράτησε σε προγενέστερο χρόνο για τα διατρέξαντα, αποσπάσματα συνομιλιών της με την ψυχαναλύτρια η οποία την παρακολούθησε για ένα διάστημα, όπως και μια αφήγηση της μητέρας για τα δικά της παιδικά χρόνια και τον πρώτο της έρωτα. Η τελευταία είναι βεβαίως και το ύπατο τεκμήριο για την κατάκτηση της αυτογνωσίας: η πιο δραστική μέθοδος προκειμένου να μας πείσει η συγγραφέας για το ποιόν της εξομολόγησής της. Αναλόγως πειστικές βρίσκω και τις σελίδες όπου γίνεται λόγος για τους δεσμούς που θα αναπτύξει η κόρη τόσο με τον φυσικό της πατέρα όσο και με τον πατριό της. Θα συμβάλουν αμφότεροι, με τη μετριοπάθεια και τη στοχαστική τους διάθεση, στη συντήρηση της φλόγας της ελευθερίας σε μιαν εποχή που δεν θα επιτρέψει ούτε μία υπόνοια ελευθερίας. Και αυτό θα δώσει στο βιβλίο της Παναρέτου ένα επιπλέον συγκινησιακό βάρος. (Β.Χατζηβασιλείου,Το Βήμα)
Ένα εξαιρετικό αυτοβιογραφικό βιβλίο,με αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία στο οποίο κάθε αναγνώστης βρίσκει στοιχεία της σχέσης του με τη δική του μητέρα.
Ένα βιβλίο- ερέθισμα για την προσωπική μας ανασκαφή.
Χαριτίνη Μαλισσόβα.
 


Βιογραφικό

Η Αννίτα Π. Παναρέτου γεννήθηκε στην Αθήνα όπου σπούδασε αγγλική και ελληνική φιλολογία. Έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα από τη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει δημοσιεύσει μελέτες για πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ενώ αφιέρωσε πολλά χρόνια στη μελέτη της ελληνικής ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Έργα της σε αυτοτελείς εκδόσεις είναι: "Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, συνολική θεώρηση του έργου του", (βραβείο Ακαδημίας Αθηνών),
Επικαιρότητα, 1990, 
"Εργογραφία-βιβλιογραφία Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου 1916-1982", Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1990, 
"Μια ιστορία καλοκαιρινή", παιδικό αφήγημα, Καστανιώτης, 1992, "Ελληνική ταξιδιωτική λογοτεχνία (επιμ.)", 5 τόμοι, Επικαιρότητα, 1995, "Παντελής Πρεβελάκης, οι δρόμοι του ζωντανού χρόνου", Καστανιώτης, 1996, 
"Ελληνική ταξιδιωτική λογοτεχνία", Σαββάλας, 2002, 
"Η ηδονή και η οδύνη των βιβλίων: Χρυσοστόμου Γανιάρη βίος και έργα", Ε.Λ.Ι.Α., 2002. 
Έχει μεταφράσει δοκίμια και μυθιστορήματα, στα οποία περιλαμβάνονται:
 Eric Ambler, "Υπόθεση Ντελτσώφ", Κριτική, 1989, Paul Kennedy, 
"Η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων: οικονομική μεταβολή και στρατιωτική σύγκρουση από το 1500 ως το 2000", Αξιωτέλλης, 1990, William Golding, "Το κωδωνοστάσιο", Ζαχαρόπουλος, 1991.