20 Μαρτίου 2016

Για την ημέρα ποίησης-Αφιέρωμα με τη ματιά σύγχρονων Ελλήνων ποιητών(Εν όψει της ημέρας ποίησης,εξηγούν τους λόγους για τους οποίους γράφουν) ...

          Για την ημέρα ποίησης..

Ημέρα ποίησης η 21η Μαρτίου και για όσους έχουμε στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος μια ιδιαίτερη αδυναμία, η μέρα αυτή δεν αποτελεί παρά μια αφορμή για να εκφράσουμε την αγάπη μας γι αυτή και να συμπαρασύρουμε και άλλους στη χαρά της αναγνωστικής απόλαυσης των ποιημάτων.

Αν για πολλούς η ποίηση είναι τα βρεγμένα χαρτομάντιλα,τα δακρυσμένα μάτια ή η ακατάσχετη και ακατάληπτη  ριμαδολογία πλανώνται πλάνην οικτράν και το μόνο που αποδεικνύουν είναι η έλλειψη ποιητικής νοημοσύνης..

Οι ποιητές χτίζουν τα ποιήματά τους λέξη λέξη,γνωρίζουν  και χειρίζονται πολύ καλά τη γλώσσα,έχουν μελετήσει και σβήνουν πολλά περισσότερα από όσα έχουν κρατήσει ώσπου να φτάσουν τα ποιήματά τους στα χέρια των αναγνωστών.

Η ευκολία της διάδοσης της πληροφορίας μέσω του διαδικτύου ανέδειξε και πολλούς αυτο-χρηζόμενους ποιητές.Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα,όμως όσοι αγαπούν την ποίηση,μπορούν να ψάξουν,να μάθουν και τελικά να ξεχωρίσουν ό,τι αξίζει.

Αν με ρωτήσει κάποιος γιατί διαβάζω ποίηση θα απαντούσα:"Επειδή εκπλήσσομαι με την οικονομία του λόγου,τα συμπυκνωμένα νοήματα και την έκφραση μέσα σε λίγες γραμμές όσων μέσω της  πεζογραφίας θα εκφράζονταν σε πολλές σελίδες."

Οι σημερινοί καλεσμένοι της στήλης , ποιητές που  πρόσφατα κυκλοφόρησαν οι ποιητικές τους συλλογές(τη γραφή των οποίων και αγαπώ ιδιαίτερα),εξηγούν με το δικό τους τρόπο ο καθένας γιατί γράφουν ποίηση αλλά και ποιοι είναι οι δικοί τους αγαπημένοι ποιητές…

Ένα ποίημα γραμμένο για την ημέρα της ποίησης,αλλά και μια νέα ανθολογία με όλους τους Έλληνες ποιητές ολοκληρώνει το αφιέρωμα στο αγαπημένο λογοτεχνικό είδος.

Η παρουσίαση ποιημάτων αφιερωμένα στους πρόσφυγες από βολιώτες ποιητές δίνει το σύγχρονο στίγμα της.

 Χαριτίνη Μαλισσόβα


ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

"Τι κοιτάζει στ" αλήθεια ο ποιητής;",εκδ.Πόλις,2016


Γράφω ποιήματα για να δώσω διάρκεια στη στιγμή και να φωτίσω την ποίηση που κρύβεται μέσα στα δευτερόλεπτα. Γράφω ποιήματα για να δώσω υπόσταση στις φωνές που μιλάνε μέσα μου και είναι όλες τους εγώ. Γράφω ποιήματα για να μην έχει το απάνω χέρι η πραγματικότητα όπως είναι. Γράφω ποιήματα για να κάνω φίλους. Γράφω ποιήματα για να εκτεθώ. 

Όταν γράφω ποιήματα είμαι εκείνος που σουλατσάρει στους δρόμους μιας αφανέρωτης χώρας και θαυμάζει τα άγνωστα λουλούδια στα μπαλκόνια, τις παράξενες επιγραφές στα μαγαζιά, τον ήχο της ξένης γλώσσας στα αυτιά του. Είμαι εκείνος πουθαμπώνεται από τη λάμψη των γυναικών που συναντάει κάθε μέρα. Είμαι εκείνος που βλέπει τουλίπες να ανθίζουνε στο σώμα της γυναίκας που κρατάει μες στα χέρια του. Κι ύστερα τα διηγείται όλα αυτά.      

Δικοί μου αγαπημένοι ποιητές, αυτό τον καιρό, είναι όσοι στην ποίησή τους διασώζουν το χιούμορ, είτε ως δύναμη αμφισβήτησης και διασάλευσης της τάξης είτε ως καταφύγιο από την αγωνία της ύπαρξης και την οδύνη της πραγματικότητας: ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Νικόλαος Κάλας, ο Ε. Χ. Γονατάς, ο Νίκος Καρούζος, η Κική Δημουλά, ο ΓιάννηςΚοντός, ο Μίμης Σουλιώτης, ο Ηλίας Λάγιος, ο Σάκης Σερέφας. 



ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ
Το σύνδρομο Σταντάλ,εκδ.Πόλις

Κάτι το καθησυχαστικά επαναληπτικό περιβάλλει, κάθε χρόνο τέτοιο καιρό, την εθιμοτυπία των παραπλήσιων ερωτήσεων για την ποιητική γραφή και για τη φύση της: μια εαρινή ισημερία, θα λέγαμε, παύσης και αναστοχασμού. Όταν γράφω ποίηση, νιώθω σαν να καταπιάνομαι με μια χειρωναξία. Αν όλα ξεκινούν από τον "τρύγο" της αυτοπαρατήρησης και της πρόσληψης του πραγματικού, πρώτη μου ύλη γίνονται τα στράφυλλα, τα απομεινάρια, δηλαδή, των πατημένων σταφυλιών και η διαδικασία της γραφής μοιάζει με τον βρασμό και την απόσταξή τους μέσα στο ρακοκάζανο. Το ποίημα θα 'ναι, αν βγει, διάφανο και θα εμπεριέχει –αόρατες, μα τεκμαρτές– τις αυταπόδεικτες αιτίες και τους σκοπούς του. Ίσως γι' αυτό, εντέλει, και να μην επιδέχεται απάντησης το ερώτημα γιατί γράφω ποίηση έξω, τουλάχιστον, από τις απαρχές της αναγνωστικής αναζήτησης – που είναι, διαμέσου της, και υπαρξιακή. Γράφω ποίηση, δηλαδή, επειδή κάποτε άρχισα να διαβάζω ποίηση, προσπαθώντας, σε όρους προσωπικής "θερμοκρασίας", να βρω στον τόνο των άλλων κάτι που να μπορώ ν' αναγνωρίσω, κάτι που να μου μοιάζει – καθορίζοντας διαγνωστικά τις προτιμήσεις μου. Πέρα από αυτό, και μαζί του, ανιχνεύω πάντα με βαθύ σεβασμό τις τροχιές εκείνων που κόπιασαν πολύ να εντοπίσουν ένα προσωπικό ιδίωμα, είτε το κατόρθωσαν, είτε όχι· και στις αποτυχίες τους, ακόμη, υπάρχει κάτι το περίλαμπρο.



ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ
«Ανταλλακτήριο ηδονών, 
Σαιξπηρικόν
(Βραβείο Μαρία Πολυδούρη 2015)


Ξεκίνησα να γράφω ποίηση μετά από κάποια θητεία στον πεζό λόγο, κυρίως στο διήγημα. Προέκυψε ως πηγαία ανάγκη να ασκηθώ στον οικονομικό, περιεκτικό, πολυπρισματικό κόσμο της ποιητικής γλώσσας. Είναι σχολείο, μια περίοδος μαθητείας που συνεχίζεται και πιστεύω ότι έδωσε καρπούς εκφραστικά στη δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου, που ακολούθησε το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο. Όταν γράφω ποίηση, εκκινώντας από μία αρχική ιδέα, αυτό που αποκαλούμε «έμπνευση», γνωρίζω ότι πρέπει να βηματίσω σε άλλα μονοπάτια, ότι η ανάσα, η κάθε λέξη έχει μια μοναδική δύναμη και θέση στο στίχο. Γνωρίζω, επίσης, ότι κάθε ποίημα έχει πολλή δουλειά, συνεχείς διορθώσεις, είναι ένα παλίμψηστο από γραψίματα και σβησίματα. Στις σπουδές και τα διαβάσματά μου, η ποίηση είχε την πρώτη θέση. Είμαι παιδί του Σεφέρη, του Καβάφη, του Καρυωτάκη. Αλλά όσο μεγαλώνω προστίθενται συνεχώς και άλλοι: Πολυδούρη, Ιωάννου, Ασλάνογλου, Καρέλλη, Καρούζος, Σαχτούρης, Γκόρπας. Είναι πολλοί, διαφορετικής πνοής. Και προσπαθώ να έρχομαι σε επαφή και διάλογο και με την ξένη ποίηση, από μεταγραφές και από το πρωτότυπο: Πάουντ, Έλιοτ, Σίμικ, Στραντ, Κάρβερ, Πλαθ, Μανσούρ, Αχμάτοβα, Τσετάγιεβα, Σιμπόρσκα. Η συνομιλία αυτή, άλλοτε υποδόρια και άλλοτε εμφανής, μεταβολίζεται και πλουτίζει το δικό μου λόγο. Μου υπενθυμίζει τι με ορίζει, καθορίζει, αλλά και τι με διαχωρίζει τελικά από τους άλλους δημιουργούς.

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

"23 μέρες",εκδ.Γαβριηλίδης,2015


 Φοβούμαι ότι προσπαθώντας να εξηγήσω ή να περιγράψω γιατί γράφω ποίηση ,αφενός μεν  θα φανώ γραφική,αφετέρου δεν θα μπορέσω να συγκεντρώσω και να καταθέσω όλα τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτούνται για αυτό το σκοπό.Πάντα μοιραία κάτι θα μου διαφεύγει-και τούτο είναι απολύτως φυσικό.Θυμάμαι που με ρώτησαν ξανά και είχα πει ότι η ποίησή μου είναι μια προσπάθεια για διαύγεια και καθαρότητα ,μια προσπάθεια να βάλω σε τάξη την άκρως χαοτική μου προσωπικότητα.Εμπεριέχει αλήθεια και ουσία αυτή η δήλωση.Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.Θα το θέσω αλλιώς:το να γράφω ποίηση είναι μια πράξη βαθιά συνδεδεμένη με την ύπαρξή μου, με την ίδια μου την ψυχή.'Ισως'' ποθώ να γνωρίσω τις αισθήσεις που μου λείπουν''.Ποθώ.Αυτό είναι πάντα το κατάλληλο ρήμα  για να μιλήσουμε για ποίηση.Πολλοί είναι αγαπημένοι ποιητές:Από έλληνες ,ο Καβάφης,ο Λειβαδίτης,ο Σεφέρης ,η Ρουκ,από ξένους o Tσέσλαβ Μίλοζ,η Κάρολ Ανν Νταφυ,ο Ντέρεκ Γουόλκοτ,ο Τεντ Χιουζ ,των οποίων ποιήματα έχω μεταφράσει στα ελληνικά.Πιο επισταμένα τα τελευταία τρία χρόνια ασχολούμαι με τον Μάρκ Στραντ .Μεταφράσεις μου των ποιημάτων του δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.Παράλληλα προχωράει και το δοκίμιό μου για το έργο του Χάρη Βλαβιανού,αποσπάσματα του οποίου επίσης έχουν δημοσιευθεί.


ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
"Το Σωσίβιο Φτερό"
Εκδ.Γαβριηλίδη,2015

Μόνο όταν ερωτεύομαι γράφω ποιήματα, αλλά ο έρωτάς μου για την ποίηση είναι ισόβιος. Γράφω με μέτρο ακόμη και στον πεζό λόγο, κάνω προσπάθεια για να τον σκληρύνω αν χρειάζεται. Νομίζω πως πίσω απ όλα τούτα κρύβεται η αγάπη για τη μουσική κι επίσης η ανάγκη για το νανούρισμα. Κάτι πολύ βαθύ και παιδικό, δηλαδή, που μάλλον έχει σχέση με την αγαπημένη μου μητέρα, άλλωστε από εκείνην έμαθα τον Σολωμό, τον Σικελιανό και τον Κάλβο..
Τα ποιήματα έρχονται ουρανοκατέβατα, αργότερα τα βάζω σε λίγη τάξη. Γενικά πλέω σε θάλασσες παλαβωμάρας ή υπερέντασης, μισομεθυσμένη σα να λέμε. Αν δεν μ αρέσουν, τα σβύνω ή τα ρίχνω στον φάκελλο για ξαναδούλεμα, που είναι κάτι παρόμοιο. Γράφω  κάθε δυο τρεις μέρες κάτι. 
Δικοί μου αγαπημένοι ποιητές είναι
εκείνοι που μετέφρασα:Γέητς, Μπωντλαίρ, Βαλερύ, Πρεβέρ  και ο Άλαν Γκίνσμπεργκ και βέβαια οι δικοί μας όλοι με πρώτους  τους Σολωμό, Σεφέρη, Καρυωτάκη, Καββαδία και Σκαρίμπα, και σχεδόν όλους τους τωρινούς μου φίλους και φίλες ποιητές. Δεν τους ονομάζω, μη και ξεχάσω κανέναν και τον στενοχωρήσω..

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ
"Οι λέξεις μου",εκδ.Νεφέλη,2015

Γράφουμε ποίηση έχοντας κάποιο δαίμονα, δεν εξηγείται διαφορετικά. Άλλωστε κάθε συστηματική ασχολία,  αν δεν είναι ρουτίνα, έχει δαίμονα. Ο δικός μου είναι επικοινωνιακός - συναλλακτικός. Θέλει να δώσει, να πάρει και να ξαναδώσει, να το σκεφθεί λιγάκι, να ξαναδοκιμάσει. Του αρέσει να το κάνει αυτό με λέξεις με τον ίδιο τρόπο που σε άλλον αρέσει να μαγειρεύει, να ράβει ή να ζωγραφίζει. Γιατί οι λέξεις είναι η προέκταση του σώματός μου και η άκρη των αισθήσεων, των πέντε και της έκτης. 

Καμιά φορά, οι δονήσεις παρα-πυκνώνουν και το ποίημά μου σηκώνεται στις άκρες των ποδιών του – δεν το χωρά ο τόπος. Τότε γίνεται ένα είδος διαφορετικό, πολύ κοντά στο μουσικό θέατρο.  

Πολλοί και εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους είναι οι αγαπημένοι μου ποιητές και ποιήτριες. Μεγάλο μέρος της ζωής μου το περνώ με Ρίλκε, Χαίλντερλιν και Τσέλαν. Σημαντική θέση κατέχει ο Έλιοτ ενώ ο Ουώλκοτ είναι πιο πρόσφατη αγάπη. Στον Σολωμό κάνει καλό να εμβαπτίζεσαι συχνά, ανήκω όμως σε αυτούς που αγαπούνε και τον Παλαμά. Η Έλζε Λάσκερ-Σύλερ, η Ανέτε φον Ντρόστε, ο Μπρεχτ, η Κάρολ-Αν Ντάφυ είναι μορφές συντροφικές. Έχω, τέλος, σεβασμό κι εκτίμηση στη σύγχρονη ελληνική ποίηση που γράφεται στις μέρες μου: Αρανίτσης, Βλαβιανός, Γιαννίση, Ιωαννίδης, Απέργης, Ηλιοπούλου, Αμανατίδης...



ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

"Γιατί γράφω ποίηση",εκδ.Άγρα,2015


Ο Χάρης Βλαβιανός σε 62 κατηγορηματικές και ολιγόλεξες απαντήσεις,εξηγεί τους λόγους για τους οποίους γράφει ποίηση.Αναφέρω ενδεικτικά:

Επειδή ο γιος μου όταν ήταν πέντε χρονών μου είπε: «μη σβήνεις το φως, φοβάμαι· ακούω το σκοτάδι». 

Επειδή η κόρη μου την πρώτη φορά που έβαλε ένα κοχύλι στο αυτί της με ρώτησε: «σε ποιον μιλάει η θάλασσα;».

Επειδή κάποιοι ποιητές (Ρεμπώ, Καρυωτάκης, Μπέρρυμαν) με κάνουν ν’ απολογούμαι για αδικήματα που δεν έχω διαπράξει.

Επειδή μένω έκθαμβος μπρος στην αιώνια παρθενικότητα των λέξεων. Επειδή όταν διαβάζω Εμπειρίκο γελάω μέχρι δακρύων.

Επειδή, όπως λέει ο κάμμινγκς, «τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα απ’ τη σοφία».

Επειδή όλες οι γυναίκες δεν είναι η Ελένη,όμως  όλες  κρύβουν μιαν Ελένη στην καρδιά τους.

Επειδή το μόνο αληθινό κι ανθεκτικό σχόλιο σ’ ένα ποίημα είναι ένα άλλο ποίημα.

Επειδή όταν βρέχει δεν παίρνω ποτέ ομπρέλα.

 Επειδή η ζωή μου είναι ένα ημιτελές ποίημα, γεμάτο λάθη και παραλείψεις, που μάταια προσπαθώ να ολοκληρώσω.

Οι απαντήσεις στο ερώτημα «Γιατί γράφω ποίηση» αντλούνται ισομερώς από την ίδια την ποίηση, από τον βαθιά εδραιωμένο δεσμό του Βλαβιανού με την ποιητική τέχνη, την ελληνική και την ξένη (τον Σολωμό, τον Σικελιανό, τον Μαλλαρμέ, τον Γέητς, τον Γουίλλιαμς, τον Σαίξπηρ, την Ντίκινσον, τον Αναγνωστάκη, τον Πάουντ, τον Έλιοτ, τον Ελύτη, τον Στήβενς, τον Άσμπερυ, τον Εμπειρίκο, τον Ώντεν κ.α.), και από τη ζωή του (από τα παιδικά του χρόνια μέχρι τη σχέση με τα δικά του παιδιά), αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με την ποίηση.



Ημέρα Ποίησης

 Ποίημα,Του Ηλία Καλλέ

 

Η Ποίηση είναι η αύρα του ουρανού,

της θάλασσας ο κυματισμός,

η θαλπωρή της ηλιαχτίδας.

Είναι ο χτύπος της καρδιάς,

η μουσική αρμονία,

το πηλάλημα της σκέψης,

ο στοχασμός της ζωής.

Είναι το ακούραστο Άτι,

που σε κρατά στη ράχη του

σε μια περιήγηση, μέρα και νύχτα,

που σε πάει σε ποτίστρες μυστικές,

που εκείνο μόνο ξέρει.

Είναι το γάργαρο νερό,

που βάζεις στο παγούρι σου

και το δίνεις να πιουν και άλλοι.

Είναι η νηφαλιότητα σαν η μέθη κοπάσει.

Είναι η τρικυμία που, σαν περνά,

σε κερνάει με το ποτήρι της γαλήνης.

Είναι υφάδι και στημόνι

στο κρουστό πανί της ζωής.

Είναι δύναμη εσωτερική,

που ζητά ελευθερία.

Είναι το αίμα της καρδιάς,

που, με παλμική και ρυθμική ροή,

διαρρέει αρτηρίες και φλέβες,

για να ποτίσει όλα τα κύτταρα.

Είναι απέραντο λιβάδι

με λογής-λογής λουλούδια.

Είναι κλειδαριά της ψυχής και της σκέψης,

που ζητάει εναγώνια το ξεκλείδωμα.

Είναι η σπίθα που γίνεται φωτιά

και θαλπωρή σκορπάει.

Είναι τα κλειστά βλέφαρα

στην αγκαλιά του έρωτα,

το πέταγμα του περιστεριού

στης οικουμένης τα πέρατα

κρατώντας κλαδί ειρήνης.

Είναι ο καημός και η προσευχή της μάνας

για το ξενιτεμένο παιδί της.

Είναι  σκαρί μισόπλευρα γερμένο

στο μάτι του κυκλώνα.

Είναι ‘’οι ανθρωπιστικές βόμβες’’

και το προγκισμένο ανθρώπινο κοπάδι.

Είναι το ασίγαστο ποτάμι,

που συνεχώς εκβάλλει στη θάλασσα.

Είναι η συμπαντική αρμονία,

η περισκοπική ματιά του Θεού,

που σου φωτίζει το δρόμο,

που σκορπάει το σκοτάδι

και όλα γίνονται φωτερά.

Είναι το χθες, το σήμερα και το αύριο.


            



Η ελληνική ποίηση στον εικοστό αιώνα: 

Επίτομη ανθολογία

"Και με τον ήχον των για μια στιγμή επιστρέφουν…"


 Επιμελητής: Ευριπίδης Γαραντούδης 

Επιμελητής: Δώρα Μέντη 

Εκδόσεις: Gutenberg,2016.

Η επίτομη και χρηστική αυτή ανθολογία επιχειρεί να συνθέσει μια αντιπροσωπευτική εικόνα της ελληνικής ποίησης στη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη, έχει ιστορική διάταξη και συνοδεύεται από κατατοπιστικά εισαγωγικά δοκίμια: "Ποιητές των αρχών του 20ού αιώνα", "Μοντέρνοι και σύγχρονοι ποιητές, "Μεταπολεμικοί ποιητές", "Ποιητές της μεταπολίτευσης". Αναδεικνύεται έτσι η συνύπαρξη της παραδοσιακής και της μοντέρνας ποίησης, των ελασσόνων και των μειζόνων ποιητών, των επικαιρικών και των καταξιωμένων έργων του κανόνα. Η ανθολογία επανασυνδέει κυρίως τους παλαιότερους με ιδανικές φωνές, κι αγαπημένες, φωνές συντροφικές με τους συμβολισμούς, τα αισθήματα, τις ζωηρές εικόνες τους. Φιλοδοξεί να μεταφέρει τον ήχο τους στους μελλοντικούς αναγνώστες του 21ου αιώνα, σε εκείνους που θα ξεφυλλίσουν με τη γνώριμη βιασύνη τις σελίδες της, θα δουν τυχαία κάτι που θα τους αγγίξει και θα επανέλθουν για να ψάξουν πιο προσεκτικά, να βρουν τα "αγαπημένα" τους. Η ανθολογία, σαν μια δέσμη από τριαντάφυλλα, προσφέρεται τόσο στους ειδικούς όσο και στους ερασιτέχνες, με την ευχή να απολαύσουν την ανάγνωση, κρατώντας, με πραγματική συγκίνηση στα χέρια τους δώρο ασημένιο ποίημα.



                “ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ 

            ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ» 


     Με αφορμή την ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ την Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016 ώρα 19.00 στο Μουσείο Πλινθοκεραμοποιίας Ν. & Σ. Τσαλαπάτα υλοποιείται μια δράση με θέμα «ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ» με ποίηση, μουσική, βίντεο, αφήγηση, τραγούδι και βιωματικό εργαστήρι. Η δράση συνδιοργανώνεται από τον ΚΥΚΛΟ ΠΟΙΗΤΩΝ, ένα δίκτυο ποιητών σε 30 πόλεις της Ελλάδας, την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, τον ιστότοποhttps://www.facebook.com/RefugeesWelcomeGR/publishing_tools και υποστηρίζεται από το ΡΕΝ και από το Παγκόσμιο Κίνημα Ποίησης (World Poetry Movement). Συμμετέχουν ποιητές από όλες τις ηπείρους.

Σκοπός της εκδήλωσης είναι η τοποθέτηση του καθενός μπροστά στο προσφυγικό ζήτημα και η συνεπακόλουθη με όποια μορφή δράση .Η εκδήλωση στην πόλη του Βόλου πραγματοποιείται με υπεύθυνη διοργάνωσης την Έλενα Ψαραλίδου και συνδιοργανώνεται με το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς. Το πρόγραμμα της εκδήλωσης περιλαμβάνει απαγγελίες από την ποιητική σκηνή VOLOS POETRY SLAM, από τουςφίλους του εργαστηρίου γραφής με υπεύθυνο τον Διονύση Λεϊμονή, απαγγελίες ποιημάτων / ένα ποίημα από κάθε συμμετέχοντα ποιητή που ανταποκρίθηκαν σε ανοικτή πρόσκληση που απευθύνθηκε προς το κοινό, ιστορίες προσφύγων από την ΑΡΣΙΣ ΞΕΝΩΝΑΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΑΣΥΛΟ ΜΑΚΡΙΝΙΤΣΑΣ, παροιμίες από το Αφγανιστάν μεταφρασμένες από την Μαρίνα Μόγλη, βιντεοαπεικόνιση έκθεσης φωτογραφίας με θέμα Destination Unknown της Νατάσσας Καρακατσάνη, βιντεοκλίπ και ζωντανή μουσική από εθελοντές μουσικούς της περιοχής μας ,  βιωματικό εργαστήρι με θέμα τον αποκλεισμό από την Δάφνη Φιλίππου. Η είσοδος είναι ελεύθερη.


17 Μαρτίου 2016

Τάκης Θεοδωρόπουλος "Είπαμε τους πνευματικούς ανθρώπους "κουλτουριάρηδες".Η κατάντια της χώρας οφείλεται εν πολλοίς σ'αυτό

           Τάκης Θεοδωρόπουλος



"Είπαμε τους πνευματικούς ανθρώπους "κουλτουριάρηδες".Η κατάντια της χώρας οφείλεται εν πολλοίς σ'αυτό"



"Το σημαντικότερο ταμπού της σύγχρονης Ελλάδας είναι η σοβαρότητα της σκέψης."


"Η εκπαίδευση πάσχει από την τυπολατρία που κατατρύχει όλη την ύπαρξη της πνευματικής Ελλάδας"


"Όταν έχεις χάσει την σοβαρότητά σου ως κοινωνία, ακόμα και η πιο ακραία ανθρώπινη πράξη  χάνει το νόημά της."



Συνομιλήσαμε με τον κ.Τάκη Θεοδωρόπουλο με αφορμή την σημερινή παρουσία του στον Βόλο για την παρουσίαση του βιβλίου του με τίτλο: "Βερονάλ"(εκδ.Μεταίχμιο) στις 8 το βράδυ, στον Πολυχώρο Τέχνης του Ωδείου Φουντούλη (Αντωνοπούλου 17).

 Ο γνωστός δημοσιογράφος και συγγραφέας εξηγεί τι βρήκε ενδιαφέρον στη ζωή του ήρωά του και γνωστού διανοούμενου της δεκαετίας του '30,του Ι.Συκουτρή,ώστε να ασχοληθεί με τη συγγραφή του βιβλίου του ενώ αναφέρεται και στα γλωσσικά,κοινωνικά πολιτικά προβλήματα αλλά και στα "ταμπού"της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας.

(Για το βιβλίο θα μιλήσει ο Καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Δημήτρης Ι. Κυρτάτας.Την εκδήλωση διοργανώνουν οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Ν. Μαγνησίας και το βιβλιοπωλείο Η ΠΕΝΑ.


Συνέντευξη.

«Βερονάλ», ο τίτλος του βιβλίου σας, η ζωή, το έργο και η αυτοκτονία του διανοούμενου Ιωάννη Συκουτρή το 1937.Το βασικότερο έργο που άφησε ο Ιωάννης Συκουτρής είναι η εισαγωγή και μετάφραση στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα το οποίο εκδόθηκε το 1934 από την Ακαδημία Αθηνών. Παρόλο που τιμήθηκε από εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής(Ξενόπουλος, Τζάρτζανος), το καθεστώς τελικά του στοίχισε την έδρα του Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο. Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα στη σημερινή Ελλάδα;


Τα πράγματα επί της ουσίας παραμένουν ίδια. Υπάρχει ένα καθεστώς στην εκπαίδευση, κυρίως στην Τριτοβάθμια, που μεταμορφώνεται ανάλογα με τις συνθήκες. Επί Συκουτρή ήταν το «Συμπόσιο», σήμερα μπορεί να είναι κάτι άλλο, διότι ούτως ή άλλως στην επίθεση που του έγινε το έργο του Πλάτωνα ήταν το πρόσχημα. Η ουσία ήταν ότι ο Συκουτρής με τον δυναμισμό του τους τρόμαζε διότι, όπως έλεγε και ο ίδιος, θεωρούσε τις φιλολογικές σπουδές ως νεκροτομείο της κλασικής σκέψης. Κι ο ίδιος ήθελε να τη βγάλει από το νεκροτομείο και να την επαναφέρει στη ζωή συνδέοντάς την με τον σύγχρονο κόσμο και τηδημιουργία. Αυτό από ό,τι καταλαβαίνετε τάραζε τη μακαριότητα ανθρώπων που έτρωγαν τη ζωή τους ψάχνοντας κάποιο περίεργο συντακτικό φαινόμενο ή κάποιον αλλόκοτο γραμματικό τύπο. Γενικά τότε, όπως και τώρα, η εκπαίδευση πάσχει από την τυπολατρία που κατατρύχει όλη την ύπαρξη της πνευματικής Ελλάδας. Ακόμα και το γλωσσικό είναι προϊόν αυτής της τυπολατρίας, ή η αδυναμία παραγωγής πρωτότυπης σκέψης. Εννοείται πως όταν μιλάμε για καθεστώς στην περίπτωση του Συκουτρή δεν εννοούμε το πολιτικό καθεστώς, τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, διότι αυτός υπερασπίστηκε τον Συκουτρή. Να, με τα σημερινά δεδομένα, ακόμα και οι πολιτικές ιδέες του Συκουτρή θα μπορούσαν να προκαλέσουν σκάνδαλο στο αριστεροκρατούμενο περιβάλλον.



 Η ζωή του ήρωά σας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία του γλωσσικού ζητήματος στη χώρα μας που διήρκεσε δεκαετίες. Ποια προβλήματα εντοπίζετε στη σημερινή χρήση της γλώσσας;


Συνδεδεμένη με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο με το γλωσσικό. Ο ίδιος πρέσβευε μια πολιτική ανεξιγλωσσίας, όπως την έλεγε. Θεωρούσε ότι η ελληνική γλώσσα είναι ενιαία και έχει διάφορα επίπεδα, λόγια, καθομιλουμένη, δημοτική. Αυτό πάντα συνέβαινε. Η γλώσσα του Ευριπίδη δεν είναι ίδια με τη γλώσσα του Θουκυδίδη, κι ας είναι και οι δύο Αθηναίοι, κι ας γράφουν περίπου την ίδια εποχή. Ο ένας όμως κάνει δραματική ποίηση και ο άλλος γράφει Ιστορία, κοινώς «πεζολογεί». Ο Κάλβος, που έγραψε στην καθαρεύουσα, δεν γράφει εναντίον του Σολωμού. Γράφει στη γλώσσα που του υποβάλλει και του επιβάλλει η δημιουργία του. Κι αυτό είναι το ζήτημα. Αν ακούγαμε τους συγγραφείς και τους ποιητές, δεν θα είχαμε γλωσσικό πρόβλημα. Ακούσαμε όμως τους τυπολάτρες της γραμματικής, με αποτέλεσμα ακόμακαι σήμερα να μην ξέρουμε ποια είναι τα ελληνικά. Πιστεύω ότι σήμερα έχει επιβληθεί ένα είδος αγλωσσίας, μιλάμε δηλαδή μια γλώσσα χωρίς να είμαστε σε θέση να αποτιμήσουμε τη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούμε. Μια γλώσσα α-κυριολεκτική. Το βλέπουμε στην πολιτική, και όχι μόνον. Το βλέπουμε στην καθημερινότητά μας. Και εννοείται όταν οι λέξεις χάνουν την αξία τους, τότε δεν σου απομένουν παρά οι κραυγές και οι γροθιές για να εκφραστείς. Πάρτε για παράδειγμα τη Χρυσή Αυγή. Παριστάνουν ότι μιλούν ελληνικά, γιατί δεν τους νοιάζει τι μιλάνε και τι λένε. Το μυαλό τους το έχουν στα ρόπαλα και τους τραμπουκισμούς. Δυστυχώς αυτό ισχύει και για ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς.

 

Μιλάτε για την ύπαρξη πνευματικής ελίτ στην Ελλάδα του ’30.Υπάρχει πνευματική ελίτ στη σημερινή Ελλάδα;Ποιοι και πώς την εκπροσωπούν;


Ένα από τα μεγάλα προβλήματα της μακράς μεταπολίτευσης είναι ότι η ελληνική κοινωνία στερήθηκε τις ελίτ της. Θεωρήσαμε πως η ελίτ είναι αντιδημοκρατικό στοιχείο και τη σβήσαμε. Είπαμε τους πνευματικούς ανθρώπους «κουλτουριάρηδες» και πηγαίναμε με την ησυχία μας διακοπές στη Μύκονο. Η σημερινή κατάντια της χώρας οφείλεται εν πολλοίς σ’ αυτό. Δεν έχουμε πολιτικές ελίτ και αυτό είναι φανερό όχι με τη σημερινή τερατογένεση της κυβέρνησης των Συριζανέλ, αλλά με τη φτώχεια ιδεών όλου του πολιτικού συστήματος. Γι’ αυτό το κυριότερο πρόβλημά μας είναι ότι δεν υπάρχει μια πολιτική πρόταση για τη χώρα. Βάζουν μια μάσκα, βαφτίζονται αριστεροί ή φιλελεύθεροι και το καρναβάλι αρχίζει. Δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς ελίτ, εξάλλου η δημοκρατία είναι επινόηση των αθηναϊκών ελίτ της αρχαιότητας, δεν προέκυψε από «λαϊκή βούληση». Αλλά και τη Γαλλική Επανάσταση οι ελίτ τη γέννησαν. Χωρίς ελίτ μόνον τα ολοκληρωτικά καθεστώτα μπορούν να ζήσουν και πολύ φοβούμαι ότι η Ελλάδα κατρακυλάει προς τα εκεί, προς τον ολοκληρωτισμό της αμορφωσιάς που είναι πιο επικίνδυνος κι από την οικονομική κρίση, και από την πλημμύρα του προσφυγικού. 


 Η αυτοκτονία (ιδιαίτερα στην περίπτωση ενός ανθρώπου της διανόησης) ήταν κάτι που απέκρυπταν στην Ελλάδα του ’30. Σήμερα ακούμε καθημερινά για αυτοκτονίες. Πού χάθηκε το μέτρο;


Ακούγαμε για αυτοκτονίες μέχρι τις εκλογές του 2015 και την άνοδο στην εξουσία των Συριζανέλ. Έκτοτε δεν ακούγαμε. Καταργήθηκαν διά νόμου; Ή μήπως οι Έλληνες ξαφνικά ανέκτησαν την ελπίδα τους και έπαψαν να αυτοκτονούν; Ελάτε τώρα. Όταν έχεις χάσει την σοβαρότητά σου ως κοινωνία, ακόμα κι αυτό το πολύ σοβαρό ζήτημα, η πιο ακραία ανθρώπινη πράξη, χάνει το νόημά της. Κανείς δεν αυτοκτονεί επειδή του έκοψαν τη σύνταξη ή επειδή δεν έχει να πληρώσει ΕΝΦΙΑ. Η πράξη είναι ακραία, κατά συνέπειαν «τραγική», άρα συμμετέχουν σ’ αυτήν όλα τα υλικά της ανθρώπινης ψυχής. Τι είπα τώρα; Αν είναι μια λέξη που έχασε την σημασία της είναι η λέξη «τραγικός». Την έχουμε ευτελίσει κι αυτήν όπως όλα. Βρέχει και επειδή πλημμύρισαν μερικοί δρόμοι ή σπίτια χτισμένα στο ρέμα μιλάμε για την «τραγική» μοίρα των κατοίκων της περιοχής. 


 Αν ζούσε σήμερα ο Συκουτρής,πιστεύετε ότι θα τύχαινε καλύτερης τύχης; Ήταν ένα πρόσωπο «μπροστά» από την εποχή του; Το δικό σας ενδιαφέρον για την προσωπικότητά του πού εστιάζεται;


Δεν θα έλεγα ακριβώς «μπροστά» από την εποχή του. Θέλω να πω δεν έφερε καμιά μεγάλη ανακάλυψη ούτε έφτιαξε κάποιο πρωτοποριακό έργο που δεν μπορούσε να γίνει κατανοητό. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν «ασύμβατος» με την εποχή του, ένα «ανώμαλο ρήμα» του οποίου η κλίση και οι χρονικές αντικαταστάσεις του μπέρδευαν τους γραμματικούς και τους διάφορους δογματικούς της εποχής του. Κι αυτό με συγκίνησε περισσότερο με την προσωπικότητά του, ότι συγκρούστηκε με το περιβάλλον του με αποτέλεσμα να ηττηθεί. Γνωστή ελληνική ιστορία. Η σύγχρονη Ελλάδα μπορεί να μην έχει να προσφέρει μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις ή πλούσια δημιουργία, έχει όμως εντυπωσιακούς χαρακτήρες, ανθρώπους που ξεχώρισαν με την προσωπικότητά τους και το πνευματικό τους θάρρος.

 

Διαβάζοντας για τη ζωή του Ι.Συκουτρή έμεινα με την αίσθηση ότι είναι σχεδόν ανέφικτο ένας  άνθρωπος λαϊκής καταγωγής να κάνει τόσο μεγάλο δρόμο χωρίς να υποστεί ψυχική φθορά. (Ο Συκουτρής κατέφυγε στο Βερονάλ, το αντικαταθλιπτικό της εποχής.)Πιστεύετε ότι ισχύει αυτό;


Συμφωνώ. Τουλάχιστον για την περίπτωσή του μοιάζει αναπόφευκτο. Έζησε μια σύντομη αλλά πολύ πυκνή ζωή. Και έκανε μια διαδρομή που τον εξάντλησε στο τέλος. 

 

Αρθρογραφείτε στην εφ.«Καθημερινή». Τα άρθρα σας έχουν κριτική ματιά στη σημερινή πραγματικότητα. Ποιο νομίζετε ότι είναι το σημαντικότερο ταμπού της νεοελληνικής κοινωνίας;


Το σημαντικότερο ταμπού της σύγχρονης Ελλάδας είναι η σοβαρότητα της σκέψης. Η σκέψη απαιτεί σοβαρότητα, που δεν την έχουμε, και η σοβαρότητα απαιτεί σκέψη που επίσης δεν την έχουμε. Αντιθέτως μας περισσεύει η σοβαροφάνεια και η υποκρισία της. Λέει ο Τσίπρας «σκληρή διαπραγμάτευση» και του τρέχουν τα σάλια. Και βέβαια δεν του λένε ότι η διαπραγμάτευση δεν κρίνεται από τη σκληρότητά της, αλλά από το αποτέλεσμά της. Ψηφίζουν «Όχι» στο δημοψήφισμα και δεν τους πειράζει που γίνεται «Ναι». Γιατί; Μα γιατί ούτως ή άλλως δεν ήξεραν ούτε για ποιον λόγο έγινε το δημοψήφισμα ούτε σε ποιο ερώτημα απαντούσαν με την ψήφο τους. Να ένα ισχυρό ταμπού. Ποιο είναι το κεντρικό ερώτημα της σημερινής ελληνικής κοινωνίας; Αυτό κανείς δεν τολμάει να το θίξει, αντιθέτως τσαλαβουτάμε στις λεπτομέρειες και στον Κατρουγκάλιο πολτό. 

 

Τελικά, η Ελλάδα «τρώει» ακόμα τα παιδιά της; Απέχει πολύ η εποχή του Ι.Συκουτρή από την Ελλάδα της κρίσης;


Κοιτάζοντας το Θέατρο Σκιών της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας σκέφτεσαι πως η Ελλάδα πάντα έτρωγε τα παιδιά της. Λες και η σύγχρονη Ελλάδα γεννήθηκε για να φάει τους Έλληνες. Είναι σαν να μας τιμωρούν οι αιώνες, επειδή θεωρούν πως η επιβίωσή μας είναι κάτι σαν ιστορική ύβρις.

 



Βιογραφικό

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1954. Σπουδασε στο Παρίσι συγκριτική λογοτεχνία, θεατρολογία και ανθωπολογία του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Το 1985 εξέδωσε με τον Μάνο Χατζιδάκι το πολιτιστικό περιοδικό "Το Τέταρτο". Έχει εργαστεί στον εκδοτικό χώρο και διατηρεί στήλη καθημερινού χρονογραφήματος στην εφημερίδα "Καθημερινή".

Από τα μυθιστορήματά του, το "Αδιανόητο τοπίο" και η "Πτώση του Νάρκισσου" έχουν εκδοθεί ή είναι υπό έκδοση σε αρκετές ξένες γλώσσες (γαλλικά, ιταλικά, σερβικά, τουρκικά, βουλγάρικα). Από το 1996 εργάζεται στον εκδοτικό χώρο. Το μυθιστόρημά του "Η δύναμη του σκοτεινού θεού" τιμήθηκε το 1999 με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστας και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. Το 2004 η Γαλλική Ακαδημία του απένειμε ένα από τα μεγάλα της βραβεία, το "Αργυρό Μετάλλιο για την ακτινοβολία της γαλλικής γλώσσας και της λογοτεχνίας". Μεταξύ Μαρτίου 2010 - Οκτωβρίου 2011 (οπότε παραιτήθηκε για προσωπικούς λόγους), διετέλεσε πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού.


13 Μαρτίου 2016

Αλέξανδρος Ψυχούλης:"Οι ευτυχισμένες στιγμές δεν είναι πέρασμα. Είναι προορισμοί "

        Αλέξανδρος Ψυχούλης





"Οι ευτυχισμένες στιγμές δεν είναι                   πέρασμα. Είναι προορισμοί "




Το "Μανιφέστο της ευτυχίας",μια σειρά από επιλεγμένες δουλειές της πορείας του Αλέξανδρου Ψυχούλη που θα φιλοξενείται στο χώρο Τέχνης "δ" μέχρι τις 15 Απριλίου,είναι η αφορμή της συζήτησής μας με τον γνωστό εικαστικό και καθηγητή του τμήματος Αρχιτεκτόνων  του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Ο Αλέξανδρος Ψυχούλης σε μια εκ βαθέων συνέντευξη μιλά για τις καλές τέχνες,για το δέσιμό του με τη γενέτειρα πόλη του,τον  Βόλο και για την εμπειρία του με τους φοιτητές του.Και ,φυσικά,δεν θα μπορούσε να μην μας μιλήσει για τα στοιχεία που κατά την άποψή του συνθέτουν την ευτυχία.



Το "Μανιφέστο της Ευτυχίας” τίτλος της έκθεσής σας  που θα φιλοξενείται στον χώρο τέχνης "δ",(Χατζηαργύρη 4)μέχρι τις 15 Απριλίου.

Πείτε μας λίγα λόγια.


Είναι μια έκθεση που περιλαμβάνει επιλεγμένες δουλειές από πολύ διαφορετικές χρονικές περιόδους της ζωής μου. Τη στήνω με μια διάθεση παιγνιώδους στοχασμού για το τι στο καλό κάνω όλα αυτά τα χρόνια. Προσπαθώ να καταλάβω αν τα διαφορετικά πράγματα που ασχολήθηκα συνδέονται υποδόρια, αν προκύπτει κάποιου άλλου τύπου συντακτικό ή απλώς έτρεχα με μια χαλασμένη πυξίδα στα χέρια μου. Είναι πάντως μια έκθεση που θα αφιέρωνα σ’ εκείνους που νιώθουν πως δεν θα γίνουν ποτέ «συστηματικοί άνθρωποι». 

 

 

Γιατί,παρόλο που πρόκειται για έργα διαφορετικών περιόδων και προφανώς διαφορετικών εκθέσεων,επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο;

Είναι έργα δικών σας ευτυχισμένων στιγμών ή θέλατε να περάσετε κάποιο αισιόδοξο μήνυμα;

 

Δεν νιώθω τόσο σοφός ώστε να θέλω να μοιράσω μηνύματα. Η δε ζωή μου ήταν ένα πανηγύρι αβεβαιότητας. Απλά ψάχνοντας προς τα πίσω τα αρχεία μου βρήκα ένα μικρό χαρτάκι με πέντε σειρές γραμμένες με μολύβι που είχε τίτλο «το Μανιφέστο της Ευτυχίας». Το είχα γράψει όταν ήμουν 24 χρονών. Σπούδαζα ακόμα και η οικονομική μου κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Είχα καταλάβει τότε πως αν ήθελα να ακολουθήσω την ζωγραφική ως επάγγελμα θα έπρεπε να καθορίσω ποια είναι τα αναγκαία συστατικά της προσωπικής μου ευτυχίας. Έγραφα λοιπόν στο χαρτί πως  «Θα είμαι ευτυχισμένος, αν έχω κάπου να μένω, κάτι να τρώω, πολλά χαρτιά και πολλά μολύβια». Ανέκαθεν είχα πολλά περισσότερα τα οποία τα απόλαυσα ως περίσσευμα ευτυχίας. Αυτό το χαρτί θα είναι αναρτημένο στην έκθεση σαν την αρχή μιας αφήγησης. 

 

Πόση ανάγκη (και έλλειψη ευτυχίας) υπάρχει πια στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια;

Θέλει ψυχραιμία για να μεταλαβαίνεις την ευτυχία σε συνθήκες διαρκούς και συλλογικού σοκ σαν αυτό που ζούμε σήμερα σαν Έλληνες. Θα την ανακτήσουμε, θα γίνουμε σοφότεροι, θα συνέλθουμε.

 

Ανήκετε στη γενιά που "πρόλαβε" να δημιουργήσει σε περιόδους ευημερίας (έστω πλασματικής). Ποια είναι η πορεία στα πράγματα που σχετίζονται με την Τέχνη σας στην τριακονταετία που πέρασε;

Ανέκαθεν ένιωθα τυχερός που κάνω ένα επάγγελμα που δεν είναι επάγγελμα. Έκανα κάτι που αγαπούσα και που δεν με άφησε ποτέ να πλήξω. Πιστεύω πως λίγο πολύ με τον ίδιο τρόπο θα έκανα τα πράγματα είτε είχα εμφανιστεί σε περίοδο ευημερίας είτε όχι.

 

Η σχέση σας με την πόλη του Βόλου δείχνει να είναι αδιάρρηκτη, αφού, παρόλη την διαδρομή σας εκτός Βόλου, βρίσκεστε πια εδώ. Θέλετε να μας μιλήσετε γι αυτό;

Όταν έφυγα το 1984 για σπουδές πίστευα πως δεν θα ξαναγύριζα ποτέ. Δεν είχα δει πολλά πράγματα ακόμα. Τα δεκαέξι χρόνια που ακολούθησαν οι επισκέψεις μου στο Βόλο ήταν σπάνιες. Επέστρεψα το 2000 με αφορμή το Πανεπιστήμιο. Λίγες μέρες την εβδομάδα στην αρχή και σιγά σιγά όλο και περισσότερο. Τώρα έχω καταφέρει να ζω τον περισσότερο καιρό εδώ, να έχω το εργαστήριό μου, αγαπημένους φίλους, το Τμήμα Αρχιτεκτόνων που είναι μια άλλη «οικογένεια», την απίστευτη θέα του Παγασητικού από το μπαλκόνι μου, τις ευωδιές των τσιπουράδικων να μου αλλάζουν το πρόγραμμα κάθε τόσο. Πια νιώθω πως όταν δεν είμαι στο Βόλο δεν ζω, πως κάνω ένα μακροβούτι κρατώντας την ανάσα μου και περιμένω να επιστρέψω.

 

Λένε για εμάς τους Βολιώτες ότι είμαστε λίγο "σωβινιστές"! Τι είναι αυτό που μας κάνει να αγαπάμε τόσο πολύ αυτόν τον τόπο;

Εγώ δεν το έχω ακούσει. Αυτό που ακούω είναι τα αστεία σχόλια για τον χορταστικό τρόπο με τον οποίο οι Βολιώτες προφέρουμε το «λι» και «νι». Αλλά κι αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από ένα είδος «γλωσσικού τόπου» που με κάνει να νιώθω ότι είμαι σε οικείο έδαφος όταν το ακούω. 

Πάντως δεν είναι αδικαιολόγητα σωβινιστής κάποιος που έχει το Πήλιο από πάνω του, τη θάλασσα μπροστά του και μια γαστρονομική ταυτότητα τσιπουροκατάνυξης που θα τη ζήλευε κι ο μεγαλύτερος σεφ.

 

Διδάσκετε στη σχολή Αρχιτεκτόνων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.Το συγκεκριμένο επάγγελμα (του Αρχιτέκτονα) ήταν από τα πρώτα που "επλήγησαν" με την έλευση της Κρίσης. Ποιο είναι το κίνητρο που κάνει αυτά τα παιδιά να συνεχίζουν τις σπουδές τους; (ποια η δική σας αίσθηση και πώς ενισχύετε την αισιοδοξία τους;)


Το να έχουν οι φοιτητές που πρωτομπαίνουν στο Πανεπιστήμιο κάποιο κίνητρο για αυτό που θα σπουδάσουν είναι μάλλον σπάνιο στην Ελλάδα. Η μέση εκπαίδευση δεν τους έχει προετοιμάσει. Αρχίζουν τις σπουδές τους σα να υπνοβατούν. Το κάνουν γιατί οι γονείς τους τους έμαθαν πως αν γίνουν επιστήμονες θα έχουν μια καλύτερη ζωή. Η πίστη πως οι πανεπιστημιακές σπουδές είναι συνώνυμο της ευημερίας έρχεται αναλλοίωτη από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και μεταδίδεται μηχανικά από γενιά σε γενιά. Τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει, οι φοιτητές το διαισθάνονται ή το γνωρίζουν αλλά δεν έχουν κάποια εναλλακτική λύση. Αν προσπαθούσαμε στην σχολή Αρχιτεκτόνων του Βόλου να προσφέραμε απλά την κατάρτιση που χρειάζεται ο Αρχιτέκτονας ώστε να μπορεί να σχεδιάσει ένα σπίτι θα είχαμε αυτοακυρωθεί. Οι περισσότεροι δεν θα έχουν ποτέ την ευκαιρία να χτίσουν κάτι. Αυτό που κάνουμε λοιπόν είναι να τους δείχνουμε ένα σωρό άλλες προοπτικές που δεν είχαν φανταστεί και που εντάσσονται στην έννοια του «σχεδιασμού». Σιγά σιγά τοποθετούν τους εαυτούς τους σε μια κατεύθυνση που τους αρέσει. Θέλουμε οι απόφοιτοί μας να έχουν αναπτυγμένη την κριτική σκέψη και να κάνουν πράγματα που τους συναρπάζουν. 

 

Η τέχνη σας στις δεκαετίες που αναδειχθήκατε σχετιζόταν αρκετά με το lifestyle. Κρίνετε πως κι εκεί υπήρχε μία υπερβολή η οποία καλώς κόπασε;

 

Οι επίχρυσες εποχές χρειάζονται το life styleτους, οι δύσκολες χρειάζονται αλήθειες. Το LifeStyle σχετιζόταν με την αγορά της τέχνης.Έπειθε τους ανθρώπους πως ένας τοίχος είναι πιο όμορφος όταν κρέμονται έργα τέχνης πάνω του. Σήμερα αυτός που θα αναρτήσει έναν πίνακα μέσα στο σπίτι του θα το κάνει από μιας μορφής αναγκαιότητα. Θα αποφασίσει πως θέλει να ζήσει μαζί του. 

 

Πόσοι πραγματικά ασχολούνται με την Τέχνη από πραγματική αγάπη προς αυτή σε σχέση με το ποσοστό όσων δείχνουν να ασχολούνται μόνο εικονικά;

 

Δεν ξέρω κανέναν να ασχολείται μόνο εικονικά. Θέλω να πω ότι από τη στιγμή που κάποιος εμπλέκεται με τις τέχνες είτε ως δημιουργός είτε ως θεατής το κάνει γιατί η ψυχή του το υπαγορεύει. Σήμερα δεν υπάρχει κάποιο άλλο όφελος. Το αν το κάνει με τρόπο ουσιαστικό ή όχι είναι ένα άλλο θέμα.

 

Τελικά "λίγοι και καλοί" ή γνωστοποίηση στο ευρύ κοινό της τέχνης;

Θυμάμαι ότι από πολύ νωρίς αντιλαμβανόμουν την επαφή μου με την Τέχνη ως ένα ατελείωτο παιχνίδι κι αυτό που μ’ ενδιέφερε ήταν να βρίσκω όσο το δυνατόν περισσότερους «συμπαίκτες». Πλάι στα έργα της έκθεσης στην γκαλερί «δ» θα υπάρχουν μικρά κείμενα, όχι επεξηγηματικά, αλλά περιγραφικά ως προς τις συνθήκες και τις σκέψεις που είχα την εποχή που τα έκανα. Το κάνω σα να ανοίγω ακόμα μια είσοδο προσέγγισης στις ακίνητες εικόνες της έκθεσης. Θα ήθελα ο κάθε θεατής να βρει αβίαστα τρόπο να τοποθετήσει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτές.

 

Το διαδίκτυο πόσο βοηθά (ή πόσο αποπροσανατολίζει) στην προώθηση των Τεχνών;

 

Στην δεκαετία του 90 ανήκα σ’ εκείνους που ευαγγελιζόταν το Δίκτυο σαν μια ελεύθερη κοινότητα που αντιπαρερχόταν ζητήματα χρόνου, τόπου και εξουσίας. Σ’ αυτή τη δεκαετία αναπτύχθηκε το κίνημα της net art, καλλιτεχνών δηλαδή που έκαναν έργα αποκλειστικά για το Διαδίκτυο. Ήταν μοιρασμένα σε όλους κι είχαν κατασκευαστεί για να έρχεσαι σε επαφή με αυτά μέσω της οθόνης. Θεωρούσαμε πως η ψηφιακή εποχή έφερνε έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο σκέψης και πως έπρεπε να είμαστε δραστήριοι μέσα στο Internet ώστε αυτό να διαμορφώνεται προς την κατεύθυνση που επιθυμούσαμε. Σήμερα – μόλις 15 χρόνια μετά – φαίνεται να έχουμε ηττηθεί κατά κράτος. Τα κοινωνικά δίκτυα είναι πια καλοστημένες μηχανές ελέγχου. Κάθε φορά που το Facebook προστάζει να κάνουμε like, ή «να είσαι ο εαυτός σου», ζητά να ταΐσουμε τον αλγόριθμό του με προσωπικά δεδομένα που θα πουλήσει σε διαφημιστικές εταιρίες. Ένα νέο είδος καλλιτεχνικής πρακτικής βρίσκεται στα σκαριά αυτή την εποχή και έχει να κάνει με την πιθανότητα αντίστασης σ’ αυτή τη νέα βαρβαρότητα. 

 

Ποιος (ή ποιοι) "κινητοποίησαν" την αγάπη σας για τις Καλές Τέχνες; (οι περισσότεροι θυμόμαστε την Γκαλερί Ψυχούλη στην οδό Κουταρέλια

-ποια η σχέση σας;)

Ο πατέρας μου εκτός από οινολόγος ήταν πολύ καλός ακουαρελίστας ενώ η μητέρα μου ζωγραφίζει ακόμα και βελτιώνεται. Η «γκαλερί Ψυχούλη» ήταν το δικό τους όραμα που το πραγματοποίησαν στην δεκαετία του 80, στο Βόλο. Ήταν μια πραγματικά μεγάλη για τα δεδομένα του Βόλου αίθουσα που φιλοξένησε σημαντικές εκθέσεις αλλά είχε ένα ελάττωμα. Ήταν ντυμένη με νοβοπάν το οποίο απορροφούσε υγρασία και μύριζε χαρακτηριστικά άσχημα. Θυμάμαι πως αυτή ημυρωδιά γινόταν υποφερτή όταν έρχονταν τα έργα των καλλιτεχνών που ευωδίαζαν λάδι ζωγραφικής. Αυτή τη λυτρωτική μυρωδιά των χρωμάτων κατάλαβα ότι έψαχνα όταν για πρώτη φορά βρέθηκα στο εργαστήριο ενός σπουδαίου ζωγράφου στην Αθήνα. Εκεί μέσα αποφάσισα να δώσω εξετάσεις για την Σχολή Καλών Τεχνών. Ήθελα να έχω κι εγώ ένα στούντιο μ’ αυτή τη μυρωδιά.

 

13)Ποια είναι τα στοιχεία που κατά την άποψή σας συνθέτουν την ευτυχία;

 

Η εμπειρία του να μάθεις να βάζεις τρικλοποδιά στο χρόνο κατ’ αρχήν. Θέλω να πω, στη νεότητά μου υπήρξε πολύς ενθουσιασμός σε γρήγορες εναλλαγές με ακραία δυστυχία, μπόλικη καλοπέραση και πλεονεξία, βιασύνη, τρελή βιασύνη ταυτόχρονα με μια αίσθηση πως αυτή η ταχύτητα δεν ήταν δική μου επιλογή.

Τώρα που άρχισα να παλιώνω εκτιμώ εκείνα που λανθασμένα θεωρούσα δεδομένα. Δεν μπορώ πια να προσπεράσω χωρίς να γεμίζω από ευδαιμονική τρυφεράδα πράγματα όπως το να ξυπνάς με την αγαπημένη σου, μια χειμωνιάτικη λιακάδα ή μια ψητή καραβίδα.Οι ευτυχισμένες στιγμές δεν είναι πέρασμα για κάτι άλλο, είναι προορισμοί και παύσεις που πρέπει να τις ρουφάς χωρίς ενοχές μέχρι το μεδούλι, αλλά αυτό το καταλαβαίνουμε όταν έχουμε παραμεγαλώσει. Τουλάχιστον έτσι έπαθα εγώ.



Βιογραφικό

Ο Αλέξανδρος Ψυχούλης γεννήθηκε στο Βόλο το 1966 και σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.
Τα πρώτα του έργα είναι αλληλεπιδραστικές εγκαταστάσεις οι οποίες ενεργοποιούνται από τον θεατή και διερευνούν το υποσυνείδητό του, αποκωδικοποιώντας σε  εικόνες ή ήχους τους φόβους του, τις επιθυμίες του ή τις αναμνήσεις του. Η διερεύνηση του τοπίου της ψηφιακής πραγματικότητας αποτελεί και σήμερα κεντρικό άξονα της δουλειάς του η οποία αποτελείται από εγκαταστάσεις στο χώρο, animation, και ζωγραφική.
Το 1997 του απονέμεται το βραβείο Benesse για το έργο του Black Box με το οποίο συμμετέχει στην 47η Biennale της Βενετίας.
Έχει πραγματοποιήσει 22 ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 90 ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 

Είναι Καθηγητής στο τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.