12 Μαΐου 2014

 
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
 
 
  Με την κρίση
οι αχρείοι έγιναν ακόμα πιο αχρείοι,
 οι εντάξει  ακόμα πιο εντάξει."
 
 
Ο Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκηςκαταγράφει μνήμες από το νεαρό Ίκαρο που έζησε στο Βόλο.
Μιλάει για την Κρίση,αλλά και για τη δημιουργία,για την ποίηση και την τέχνη της γραφής.'Το να γράφεις είναι πολύ σκληρή υπόθεση.Έχεις να κουβαλήσεις αιώνες παρελθόντος¨τονίζει χαρακτηριστικά.
 
-Σας καλωσορίζω στην εφημερίδα "Θεσσαλία",΄κύριε Μπαμπασάκη.
Αληθεύει ότι εδώ είχατε δημοσιεύσει τα πρώτα σας κείμενα;
Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε;
Ναι, αληθεύει. Πάνε τριάντα πέντε χρόνια. Ήταν ένα κείμενο για τον Μάριο Χάκκα, με τίτλο «Σπουδή στον Μάριο Χάκκα», άλλο ένα για τον Τσάρλι Τσάπλιν, «Σαρλώ, ο Εραστής της Ζωής», και κάποια ποιήματα. Ήμουν δεκαεφτά χρονών παιδί.
 
-Εφηβεία στο Βόλο, λοιπόν. Ποιες είναι οι εντονότερες μνήμες σας που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας, από την εποχή εκείνη;
Τις καταγράφω τις μνήμες μου από τον Βόλο στο Κονσέρτο για Τέσσερις Δεκαετίες, το μυθιστόρημα που γράφω και δημοσιεύω καθημερινώς στο Lifo.gr. Έχουν να κάνουν με το Πάρκο, με την ντισκοτέκ Sanitarium, με την Εξωραϊστική, με ένα μπαρ που λεγόταν Saloon, με την Σκάλα των Μιλάνων που τότε ήταν στην Ερμού, με τα αγγλικά του Μαργαρίτη στην οδό Αλεξάνδρας, και με το καθοριστικότατο, για μένα και για πολλούς εκείνη την εποχή, γεγονός της ελεύσεως των ηθοποιών και καλλιτεχνών που σχημάτισαν τη Θεατρική Λέσχη Βόλου. Επίσης, με πολύ ανήσυχους συμμαθητές μου στο Δεύτερο Αρρένων, όπως ο Γιάννης Τζώρτζης, ο Χαϊμ Πολίτης, ο Νικόλαος Λουδοβίκος, και ο Κώστας Βόμβολος. Και φυσικά με τα κορίτσια που αγαπούσαμε τότε: τη Μόνικα Τσ., τη Μάνια Σ., την Αννίτα Φ., την Αθηνά Μ., την Ειρήνη Κ. Και με ακόρεστα διαβάσματα.
 
-Στα βιβλία σας, αλλά και στις δημοσιεύσεις σας, υπάρχει έντονο το στοιχείο της φιλίας. Πόσο σημαντική είναι η φιλία για εσάς και πόσο πιστεύετε ότι την ιστορία τη γράφουν οι παρέες στη χώρα μας;
Η φιλία, για μένα, είναι ό,τι πιο σημαντικό και καθοριστικό. Είναι η ανάσα μου. Η φιλία, όπως την εννοώ εγώ, έχει το στοιχείο της σύμπραξης σε αποκοτιές από αυτές που ομορφαίνουν τη μοίρα, έχει μια στάλα έντονης συνωμοτικότητας. Για μένα, φιλία σημαίνει συμμετοχή σε υπερβατικά εγχειρήματα αλλά και γλυκό θάλπος. Δεν έχω ζήσει ποτέ μόνος, πάντα ζω με τους φίλους.
 
-Είστε –κατά κοινή παραδοχή και ομολογία– από τους ανθρώπους που έχουν διαβάσει τόνους βιβλίων.
Πώς κρίνετε όσους θέλουν να επιβάλλουν τους εαυτούς τους ως συγγραφείς και ποιητές χωρίς να έχουν ευρύτητα αναγνωσμάτων; – το διαδίκτυο έχει αναδείξει πολλά τέτοια παραδείγματα.
Όλοι αυτοί έρχονται από το πουθενά, μένουν στο πουθενά, καταλήγουν στο πουθενά. Στο Διαδίκτυο κυκλοφορούν οι πάντες και τα πάντα. Το να γράφεις είναι πολύ σκληρή υπόθεση, πάρα πολύ σκληρή υπόθεση. Έχεις να κουβαλήσεις αιώνες παρελθόντος. Όποιος δεν κουβαλάει αιώνες παρελθόντος, δεν μπορεί να γράψει ούτε δύο αράδες της προκοπής. Ας γράφουν όσοι θέλουν και όσο θέλουν, δεν πειράζει. Το να μιλάς με τους πεθαμένους σαν να είστε φίλοι καρδιακοί, το να κατακτάς τα δικαίωμα να φας και να πιεις μ’ αυτούς που σε έκαναν άνθρωπο, αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Ελάχιστοι το κερδίζουν.
 
-Η Κρίση, τελικά, μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε τις αδυναμίες μας και να βελτιωθούμε ποιοτικά;
Ποια είναι η εκτίμησή σας;
Όχι, τίποτα που να μην το ξέραμε ήδη δεν μας έμαθε η Κρίση. Κανείς δεν βελτιώνεται αν δεν είναι ήδη βελτιωμένος. Η Κρίση ένα έχει κάνει έως τώρα: οι αχρείοι έγιναν ακόμα πιο αχρείοι, οι εντάξει έγιναν ακόμα πιο εντάξει.
 
-Ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής, λάτρης της μουσικής, του κινηματογράφου, των εικαστικών Τεχνών.
Τελικά, μήπως είστε λάτρης της Τέχνης γενικά, και υπηρετείτε κάποιο κομμάτι της ανάλογα με τη διάθεσή σας; Ποια ιδιότητά σας υπερισχύει αυτό τον καιρό;
Δεν υπηρετώ τίποτα. Με γοήτευσε από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο η περιπέτεια των δημιουργών, ανθρώπων που θέλησαν να φτιάξουν πράγματα που δεν υπήρχαν προηγουμένως, να επινοήσουν συμπεριφορές, να βάλουνε σημεία στίξεως στο τρελό χειρόγραφο της ζωής μας στον πλανήτη, να σχεδιάσουν την παρτιτούρα του τραγουδιού που ξεγελάει το χρόνο και τη φθορά. Γράφω από μικρός. Και αυτό που κάνω είναι να κοινοποιώ, κάθε φορά, τις περιπολίες μου στα σκοτεινά τοπία του κόσμου, να χαρτογραφώ το χάος, όπως μ’ αρέσει να λέω. Αυτό τον καιρό γράφω με ρυθμούς σχεδόν ιλιγγιώδεις το Κονσέρτο για Τέσσερις Δεκαετίες, την ιστορία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας με τα μάτια ενός μανιακού μνήμονα.
-Η λεγόμενη «υψηλή διανόηση», υφίσταται στην Ελλάδα της Κρίσης –και δεν εννοώ μόνο την οικονομική κρίση, αλλά και την κρίση αξιών, γενικότερα– και της απαξίωσης των πάντων;
Αν ναι, θέλετε να μας αναφέρετε κάποια ονόματα;
Δεν ξέρω τι θα πει «υψηλή διανόηση», ούτε και διαπιστώνω καμιά καινούργια απαξίωση των πάντων. Ας πούμε ότι θορυβεί σχεδόν εφιαλτικά η ανοησία και η κακεντρέχεια, ότι η επίσημη πραγματικότητα προβάλλει το κενό του κενού και το τίποτα του τίποτα εις την νιοστή, ενώ σε μια παράλληλη, ίσως υπόγεια, πραγματικότητα υπάρχουν δημιουργοί που μεγαλουργούν, αλλά σχεδόν στα κρυφά. Ονόματα σημαντικών ανθρώπων με δημόσιο λόγο: Ευγένιος Αρανίτσης, Θάνος Σταθόπουλος, Αχιλλέας Κυριακίδης, Κώστας Μαυρουδής, Βασίλης Καραποστόλης, πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος, Στέλιος Ράμφος, Σωτήρης Γουνελάς, και πολλοί άλλοι. Πολύ σπουδαίος, και θρηνώ για τον αδόκητο χαμό του, ο φίλος μου μες στις δεκαετίες, Κωστής Παπαγιώργης. Και άλλοι δύο μακαρίτες φίλοι: ο συγγραφέας Χρήστος Βακαλόπουλος και ο ποιητής Ηλίας Λάγιος.
 
-Υπάρχει τρόπος, και, κυρίως διάθεση, από τους ανθρώπους της διανόησης να τραβήξουν το μορφωτικό επίπεδο των νέων ανθρώπων προς τα επάνω;
Εκφράζω το φόβο ότι έχει δημιουργηθεί μια Ελίτ ανθρώπων, οι οποίοι κινούνται μεταξύ τους αφήνοντας τους υπόλοιπους στη μαζική εκτόνωση μέσω φθηνής τηλεόρασης, φθηνών αναγνωσμάτων και ακουσμάτων και άσκοπου σερφαρίσματος στο πολυαμφιλεγόμενο διαδίκτυο.
Ποια είναι η δική σας αίσθηση και εκτίμηση;
Δεν μπορεί κανείς να πάρει κανέναν από το αυτί και να τον οδηγήσει στον θησαυρό. Οφείλουμε να ακούμε τα κελεύσματα και να αρχίζουμε τη διαδρομή της αναζήτησης. Όλα στο πιάτο δεν μπορούμε να τα έχουμε. Ο θησαυρός είναι εδώ, και δεν είναι δύσκολο να τον ανακαλύψεις. Το δύσκολο είναι να μπορείς να δεξιωθείς το δώρο. Το δώρο είναι εδώ: ποιητές, συγγραφείς, μουσικοί, θεατράνθρωποι, αρχιτέκτονες, κινηματογραφιστές, ζωγράφοι, ο Νίκος Καρούζος, ο Πεντζίκης, ο Μόραλης, η Δημουλά, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Πικιώνης, ο Κωνσταντινίδης, ο Ζενέτος, ποιον να πρωτοθυμηθώ. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι δύσκολο σήμερα να ανακαλύψει, και να απολαύσει, τον πλούτο μας. Άλλο αν δεν θέλει. Άλλο αν προτιμά πότε τον ταχύπλοο νεοπλουτισμό, πότε τον ψεύτικο κλαυθμό και οδυρμό, πότε την προσποιητή γκρίνια. Ο θησαυρός είναι εδώ. Όποιος θέλει, ξέρει να τον αξιοποιήσει. Ο κήπος είναι εδώ, όποιος θέλει ας τον ποτίσει.
 
- Έχοντας διανύσει μια πορεία η οποία σας συγκαταλέγει στους ανθρώπους της διανόησης, ποιο στοιχείο του χαρακτήρα σας και ποιο βιβλίο σας θα θέλατε να είναι τα αναγνωριστικά σας, για τις επόμενες γενιές;
Είμαι σχεδόν ολέθρια γενναιόδωρος, έχουν να λένε γι’ αυτό όσοι με ξέρουν, Μ’ αρέσει πολύ αυτό το χαρακτηριστικό μου, μ’ αρέσει να με σκέφτονται έτσι. Το μυθιστόρημα μου Διασυρμός που εξέδωσε η Εστία είναι μια καλή επιτομή όσων προσπάθησα να κάνω στη χώρα και στη γλώσσα μας.
 
- Θα κλείσω με μια φράση σας από άλλη συνέντευξή σας, η οποία με εντυπωσίασε, με άγγιξε και την ασπάζομαι και προσωπικά: «Αισθάνομαι μεγάλη ασφάλεια μόνο με τα γούστα μου. Ξέρω πολύ καλά τι μου αρέσει και τι δε μου αρέσει. Δεν μπορώ πάντα να το εξηγήσω. Αν ζοριστώ μπορώ να το εξηγήσω αλλά πολλές φορές δε χρειάζεται».
Το ερώτημά μου είναι: Πόσο ώριμος ή πόσο αιώνια έφηβος πρέπει να είναι κάποιος για να αισθάνεται έτσι;
Πόσο απέχει, τελικά, ο σημερινός Γιώργος -Ίκαρος Μπαμπασάκης από τον νεαρό Ίκαρο που έζησε στο Βόλο;
Δεν ξέρω τι πρέπει και τι δεν πρέπει. Τα πρέπει μού προκαλούν αλλεργία. Μπορώ να πω ότι αισθάνομαι πως η ωριμότητά μου είναι η ολοένα και πιο μεθοδική και συστηματική ενασχόλησή μου με τα όσα σκίρτησαν μέσα μου στην εφηβεία μου. Και σήμερα ακούω τραγούδια που άκουγα τότε, σκέφτομαι με τρόπους με τους οποίους σκεφτόμουν και τότε, καταφεύγω σε στρατηγικές που ακολουθούσα και τότε. Ήταν μεγάλο στοίχημα για μένα το να μείνω πιστός σε αποφάσεις που πήρα σουλατσάροντας στην Κωνσταντά, την Κασσαβέτη, και την Αλεξάνδρας. Όταν με βλέπουν να χαμογελάω, σημαίνει ότι νιώθω πως το κέρδισα εκείνο το στοίχημα.
 
Σας ευχαριστώ θερμά! 




Δεν υπάρχει περίπτωση να διαβάσει κάποιος δημοσιεύσεις ή βιβλία του Μπαμπασάκη και να μην νιώθει ότι προχωρά ένα βήμα τις γνώσεις του, και, κυρίως, να μην μπει στη διαδικασία να δει κομμάτια του εαυτού του, είτε ταυτίζεται με τις απόψεις του, είτε όχι!
Πολυδιαβασμένος, πολυγραφότατος, πάντα αντισυμβατικός, αλλά και πάντα ευγενής.
Τον τελευταίο καιρό τον συναντάμε καθημερινά στη διαδικτυακή εφημ. lifo.gr, στην οποία γράφει το "Κονσέρτο για Τέσσερις Δεκαετίες", στο οποίο αναλύει την ιστορία της Μεταπολιτευτικής Ελλάδας με τα δικά του βιώματα,τη δική του οπτική, τα μάτια ενός μανιακού μνήμονα,όπως ο ίδιος λέει."
Χαριτίνη Μαλισσόβα




 
Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1960. Είναι ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, άρχισε να γράφει σε έντυπα όπως το "Ιδεοδρόμιο" του Λεωνίδα Χρηστάκη και η "Χιονάτη" του Βαγγέλη Κοτρώνη. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" και το περιοδικό "Έψιλον". Διατήρησε τη σελίδα του βιβλίου στην εφημερίδα "City-Press". Ο τρόπος ζωής του τον οδήγησε στη συστηματική μελέτη των λεγόμενων "ιστορικών πρωτοποριών" (Φουτουρισμός, Dada, Υπερρεαλισμός), των Beat ποιητών και συγγραφέων, καθώς και του ρεύματος για την "υπέρβαση και την πραγμάτωση της Τέχνης" (Cobra, Λεττριστές, Καταστασιακοί). Καρπός αυτών των αναζητήσεών του είναι τα πολυσυζητημένα του βιβλία για τον William S. Burroughs, για την Internationale Situationniste, για τον Guy Debord, για τον Μάη του '68. Ίδρυσε και διηύθυνε την επιθεώρηση "Propaganda", όπου δημοσιεύτηκαν κρίσιμα κείμενα για την πολιτική και την κουλτούρα των καιρών μας. Έχει εργαστεί στο ελληνικό ραδιόφωνο, και συγκεκριμένα στο Δεύτερο Πρόγραμμα, στην ΕΡΑ4, στον Εν Λευκώ, στο Κόκκινο 105,5, και στο Κανάλι 1 Πειραιάς 90,4. Σήμερα διευθύνει τη σειρά "Αιφνίδια Ντοκιμαντέρ" στις εκδόσεις Γαβριηλίδης και το λογοτεχνικό περιοδικό/εγχείρημα "ΚΟΡΕΚΤ", μαζί με τον ποιητή Θάνο Σταθόπουλο, στις εκδόσεις Νεφέλη. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών και της Εταιρείας Συγγραφέων.  
 

 
 
 
 
 
Ο συγγραφέας Θάνος Σταθόπουλος
μιλά στις "Διαδρομές"
και στη Χαριτίνη Μαλισσόβα



 για το βιβλίο του " ΤοΑυτόματο"(εκδ.Γαβριηλίδη),
την έκθεση μιας προσωπικής μυθολογίας,όπως ο ίδιος το αποκαλεί,
για τις επιρροές που έχει δεχθεί στο έργο του,...

αλλά και για τις μνήμες του από το Βόλο και το Πήλιο.


 Γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1963. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Θέμα» (Ερατώ, 1985), «Η Ιστορία της Μουσικής» (Ίκαρος, 1994), «Playback» «Ένας Σωρός Γλώσσα» (Γαβριηλίδης 2003,2007).
Υπήρξε παραγωγός του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΑ και Συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος, στην ΕΤ1, «Hotel Τρίτον».
Είναι ιδρυτικό μέλος του «Κύκλου Ποιητών» και τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας Καθημερινή.



"ΖΩ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ"
 
 -Σας καλωσορίζω στην εφημερίδα Θεσσαλία ,με την αίσθηση ότι έχετε μνήμες από την πόληΒόλου, κύριε Σταθόπουλε.
 Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία Μαλισσόβα! Μνήμες θα ήταν το λιγότερο που θα μπορούσα να πω. Έχω ζήσει πολύ μεγάλα διαστήματα στην πόλη του Βόλου και στο Πήλιο από τη δεκαετία του ’70. Έχω συγγενείς εδώ. Μερικοί από τους καλύτερούς μου φίλους γεννήθηκαν εδώ, ζουν εδώ ή πέρασαν από εδώ κάποιο διάστημα της ζωής τους. Με συνδέουν επίσης στενοί δεσμοί με την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Όταν είμαι στον Βόλο απλώς είναι σαν να είμαι στο σπίτι μου. Δεν αντέχω ωστόσο την καταστροφή του Πηλίου. Για πολλά χρόνια, τη δεκαετία του ’90, παραθέριζα στο Μούρεσι, στον Κισσό και στον Άγιο Δημήτριο. Σήμερα ούτε διανοούμαι να περάσω από τις ακτές του βορειοανατολικού Πηλίου. Η κατάσταση είναι απογοητευτική. Όχι φυσικά ότι στην υπόλοιπη ακτογραμμή του Πηλίου είναι καλύτερα τα πράγματα. Η καταστροφή είχε επέλθει πιο νωρίς.
-Μάλλον θα πρέπει οι τοπικοί παράγοντες να λάβουν σοβαρά υπόψη τους την παρατήρησή σας.
Όσοι τουλάχιστον δεν είναι υπεύθυνοι ή συνένοχοι στην καταστροφή – παράγοντες και μη. Αν και με το πρόσφατο νομοσχέδιο περί αιγιαλών, μάλλον μοιάζουμε με γραφικούς…
-Ας μιλήσουμε όμως για το Αυτόματο, το πρόσφατο βιβλίο σας, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Γιατί αυτός ο τίτλος;
Ο τίτλος αναφέρεται στο ομώνυμο κείμενο του E. M. Cioran, από το οποίο παρατίθεται η εναρκτήρια πρόταση («Αναπνέω από προκατάληψη») στην αρχή του βιβλίου. Ο Σοπενχάουερ ονόμαζε τη βούληση του ανθρώπου για ύπαρξη αυτόματη. Ο Πασκάλ, επίσης, μίλησε για αυτόματο, με την ίδια έννοια. Το αυτόματο της υπάρξεως, λοιπόν.
Ίσως γι’ αυτό κλείνετε το βιβλίο σας με τη φράση του Σοπενάουερ: «το πιο ασήμαντο παρόν υπερέχει ακόμη και από το πιο σημαντικό παρελθόν ως προς την πραγματικότητα∙ χάρη σ’ αυτήν σχετίζεται με το παρελθόν όπως το κάτι με το τίποτα», με τον τίτλο: «Πραγματικότητα»;
Ακριβώς. Αν και το συγκεκριμένο απόσπσμα δεν έχει σχέση με τη φιλοσοφική επισήμανση περί αυτόματου, αλλά επισημαίνει τη σχέση του τίποτα με το κάτι, δηλαδή τη σχέση παρελθόντος – παρόντος. Οπωσδήποτε είναι μια μνεία στον Σοπενχάουερ, τον φιλόσοφο που άσκησε τη μεγαλύτερη έλξη στη σκέψη μου.
-Η αίσθηση που είχα κατά την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου ήταν ότι θα μπορούσα να το έχω διαβάσει χωρίς να έχω ακολουθήσει τη σειρά που επιλέξατε.
Σωστή είναι η αίσθησή σας. Ασφαλώς μπορεί να διαβαστεί με οποιαδήποτε σειρά. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στα προηγούμενα βιβλία μου, πρόκειται για αποσπασματική σύνθεση. Κάθε κείμενο διατηρεί την εννοιολογική αυτονομία του, ως εκ τούτου μπορεί να διαβαστεί αυτόνομα και αποσπασμένο απ’ το σύνολο, αλλά ως μέρος της σύνθεσης ολοκληρώνεται και βρίσκει τη θέση του μόνο σε σχέση με ό,τι προηγείται και ό,τι έπεται.
-Μια δεύτερη αίσθηση-ανάγκη ήταν να θέλω να ψάξω, να διαβάσω και να εμβαθύνω στα πρόσωπα που αναφέρετε, όχι τυχαία, φυσικά, για τα οποία έχετε και αλφαβητικό ευρετήριο στο τέλος του βιβλίου.
Χαίρομαι που το βιβλίο δύναται να λειτουργήσει και εγκυκλοπαιδικά. Τούτο βεβαίως είναι πέραν των προθέσεών μου, συμβαίνει ερήμην μου. Ελπίζω να το πράξατε ή να το πράξετε στο μέλλον. Όσον αφορά τα πρόσωπα και το έργο τους, δεν είναι παρά σημεία ενός διευρυμένου προσωπικού αρχείου.
-Εγχειρίδιο φιλοσοφικής σκέψης, με έντονο το προσωπικό σας στοιχείο, θα χαρακτήριζα το βιβλίο σας, ως απλή αναγνώστρια. Συμφωνείτε;
Αν και δεν καταλαβαίνω τι θα πει «απλή αναγνώστρια», θα σας απαντήσω. Όχι. Δεν είμαι φιλόσοφος, είμαι συγγραφέας, επομένως δεν παράγω φιλοσοφική σκέψη, πολύ περισσότερο δεν συντάσσω εγχειρίδιο φιλοσοφικής σκέψης. Ίσως σας παρασύρει το πλήθος των αποσπασμάτων συγγραφέων, θεωρητικών και καλλιτεχνών που παρατίθενται ή σχολιάζονται στο Αυτόματο και που γεμίζουν το ρεζερβουάρ μου. Υπάρχει ωστόσο η προσωπική θεώρηση των πραγμάτων. Το προσωπικό στοιχείο, συχνά εξόχως αυτοβιογραφικό και αποκαλυπτικό (υπερβαίνοντας όμως την αυτοβιογραφία, διότι σκοπεύει στην ποιητική των γεγονότων και του βίου και όχι στην απλή καταγραφή), εμφανίζεται για πρώτη φορά με αυτό τον τρόπο, δηλαδή με τον τρόπο της εξομολόγησης και της αποκάλυψης, στην δουλειά μου. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την έκθεση μιας προσωπικής μυθολογίας.
-Το Αυτόματο είναι το πέμπτο βιβλίο σας. Πόσο καιρό χρειαστήκατε να συλλέξετε το έμψυχο υλικό σας, και με ποια κριτήρια το κάνατε;
Δεν υπήρξε κάποια έρευνα στην αρχειοθέτηση του υλικού, διότι δεν έγραψα πραγματεία ούτε επιστημονική διατριβή. Επομένως ο χρόνος υπάκουσε στον προσωπικό χρόνο συγγραφής, όπως και κάθε άλλου βιβλίου. Τα πρόσωπα που συγκροτούν το Αυτόματο συγκροτούν το γενεαλογικό μου δέντρο, θα έλεγα. Συγγραφείς, ποιητές, φιλόσοφοι, εικαστικοί, καλλιτέχνες, ζώντες και τεθνεώτες (για να θυμηθώ τον προσφάτως χαμένο φίλο, Κωστή Παπαγιώργη, ο οποίος έχει περίοπτη θέση στο βιβλίο) δηλώνουν τις εκλεκτικές μου συγγένειες, την καταγωγή μου, από πού κρατάει η σκούφια μου. Εξ ου και, όπως επισημάνατε προηγουμένως, το ευρετήριο ονομάτων, στο τέλος του βιβλίου, το οποίο πρέπει να διαβαστεί ως το τελευταίο κείμενο του βιβλίου. Ένα hommage, λοιπόν, στα πρόσωπα που με επηρέασαν ανά τις εποχές και στα πρόσωπα που συνάντησα και συνδέθηκα μαζί τους, με τον οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να παραλείπω ή να αποσιωπώ τη γενιά μου. Τουναντίον.
-Η γενιά σας, η γενιά μας, πού νομίζετε ότι διαψεύστηκε και πού καταξιώθηκε, αν συνέβη αυτό; Πού υπολείπεται των παρελθόντων και ποιοι κατα τη γνώμη σας είναι άξιοι λόγου και ανάγνωσης λογοτέχνες, σήμερα;
‘Εζησα και εξακολουθώ να ζω σε μια παράλληλη πραγματικότητα με την γενιά μου και σε μια παραλληλία με την πραγματικότητα. Ίσως δεν είμαι ο πλέον κατάλληλος να μιλήσω για τις διαψεύσεις της γενιάς μου, την καταξίωση ή που υπολείπεται των παρελθόντων γενεών, όπως με ρωτάτε. Για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι και πολύ του γούστου μου τέτοιες επισημάνσεις. Όσον αφορά τους συγγραφείς θα σας αναφέρω τους ζώντες συγγραφείς της γενιάς μου (διότι δυστυχώς προλάβαμε να μετρήσουμε και νεκρούς) που εξακολουθώ να διαβάζω, να παρακολουθώ και να με ενδιαφέρουν κυρίως. Ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, η Έρση Σωτηροπούλου, ο Αντώνης Ζέρβας, ο Γιώργος Κοροπούλης, ο Γιάννης Τζανετάκης και ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης..
-Έχοντας προσφάτως διαβάσει δύο από τα προηγούμενα βιβλία σας, το Playback και την Ιστορία της μουσικής, οφείλω να πω ότι πρόκειται για υψηλού επιπέδου αναγνώσματα. Σε ποιο αναγνωστικό κοινό απευθύνεστε, κύριε Σταθόπουλε;
Κατ’ αρχάς σας ευχαριστώ πολύ για την κολακευτική σας αξιολόγηση. Απευθύνομαι στους ανθρώπους που θέλουν και μπορούν να επικοινωνήσουν με τη δουλειά μου. Δεν είναι πολλοί, αλλά γεμίζουν ασφυκτικά μια αίθουσα κινηματογράφου ή ένα θέατρο. Μου αρέσει αυτό και μου αρκεί, γιατί δεν είναι ανεξέλεγκτο ούτε πρόκειται να γίνει. Χαίρομαι διότι, στην ουσία, είναι άνθρωποι που ταιριάζουν τα αναγνωστικά μας γούστα, δηλαδή που διαβάζουμε πάνω κάτω τους ίδιους συγγραφείς, στο βαθμό που μπορώ να έχω μια ιδέα. Επομένως, αναδεικνύονται νομίζω και τα ειδικά χαρακτηριστικά τους.
-Σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως για την τόσο ενδιαφέρουσα συνέντευξή σας.
Κι εγώ σας ευχαριστώ για τη συνομιλία, κ. Μαλισσόβα.
 
 
"Έκθεση προσωπικής μυθολογίας"
Θάνος Σταθόπουλος Το Αυτόματο,εκδ.Γαβριηλίδης,2013.
Η πρώτη μου επαφή με το Αυτόματο έγινε λίγους μήνες πριν,όταν μου τράβηξε το βλέμμα το λιτά εντυπωσιακό εξώφυλλό του,όσο και ο τίτλος του. Δεν είχα ως τότε άλλη επαφή με τη γραφή του Θάνου Σταθόπουλου,και,τελειώνοντας την πρώτη ανάγνωση,είχα αντιληφθεί ότι θα μπορούσα να το έχω διαβάσει από το τέλος στην αρχή ή και με διαφορετική σειρά. Κατά τη διάρκεια,δε,της ανάγνωσης αισθάνθηκα το ‘ειδικό’βάρος και τον όγκο των αναγνωσμάτων του συγγραφέα,ώςτε να φτάσει στην επιλογή των ονομάτων που αναφέρει.Δεν το κρύβω,ότι μέχρι το τέλος αισθανόμουν την επιθυμία να ψάξω και να ασχοληθώ με το έργο όσων αναφέρει στην ΄’έκθεση’ της προσωπικής του μυθολογίας,όπως ο ίδιος αποκαλεί το βιβλίο του. Το ευρετήριο των ονομάτων στο τέλος του βιβλίου είναι ένα αυτόνομο κείμενο από μόνο του,και βοηθά σε αυτό. Το προσωπικό στοιχείο του,διακριτικά αλλά αποκαλυπτικά διάχυτο σε όλη την έκταση του βιβλίου και μέσα από το ευδιάκριτο πλήθος των προσώπων που επηρέασαν τη γραφή του. Με αρχικό μότο τη φράση του Cioran «Αναπνέω από προκατάληψη»,και μέχρι την αναφορά στο Σοπενχάουερ και στην Πραγματικότητα ,μέσα από πλήθος αναφορές σε σημαντικούς συγγραφείς, ποιητές και καλλιτέχνες της γενιάς του και μη, ο Σταθόπουλος μας ξεναγεί στο Αυτόματο της υπάρξεώς μας,χωρίς,ωστόσο να συντάσσει εγχειρίδιο φιλοσοφίας,αλλά την συγγραφική γενεαλογία του.. Το Αυτόματο δείχνει να χτίστηκε με λόγο μινιμαλιστικό, με Μπέκετ, Μπέρνχαρντ, Πεντζίκη, Καρούζο, Σαχτούρη, Γονατά, Παπαγιώργη και Αρανίτση, ,με δρόμους και στέκια της Αθήνας να χαρτογραφούνται και με δομικά υλικά έργα τέχνης. Έχοντας,εν τέλει, διαβάσει και τα εξαιρετικά βιβλία του :«Playback» Και «Η Ιστορία της μουσικής»θέλησα να ανατρέξω συχνά και κατ΄επανάληψη σε κείμενά τους και,έχω την αίσθηση ότι πρόκειται για σύγχρονη,υψηλήςποιότητας γραφή,και κείμενα που ήδη γίνονται κλασικά.
Χαριτίνη Μαλισσόβα





 
 
 
Ο δικηγόρος-λογοτέχνης κ. Χρήστος Λαζαρόπουλος μιλά  
στη Χαριτίνη Μαλισσόβα για τις Διαδρομές της εφημ.Θεσσαλία.
 



 " Η Ποίηση είναι η Θωράκισή μας στα δύσκολα και συγχρόνως το δόρυ"



 Με αφορμή την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης,η στήλη φιλοξενεί τον Ποιητή και δικηγόρο κ.Χρήστο Λαζαρόπουλο,σε μια συζήτηση που επεκτείνεται σε καίρια θέματα.

Ο Χρήστος Ν. Λαζαρόπουλος γεννήθηκε το 1959 στον Πειραιά και μεγάλωσε και ζει στην Ακρόπολη. Σπούδασε νομικά και εργάζεται ως δικηγόρος στην Αθήνα. Έχουν εκδοθεί εκτός εμπορίου από το περιοδικό Τεχνών και Γραμμάτων "Αλεξίσφαιρο" οι εξής ποιητικές συλλογές:
"Μειδίαμα Νόμου",
"Ισοζυγίες Ονείρων"
και "Παγοθραύστης Συναισθημάτων".
Τελευταία του ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη είναι η :"Αρρήτων Όψις",μια ανθολογία αποφθεγματικών διαμαντιών με έντονη φιλοσοφική διάθεση.
 
 
 
 
 
 
1)"Αρρήτων Όψις”, λοιπόν, ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής. Τι σας οδήγησε στην επιλογή του συγκεκριμένου τίτλου;
- Η κατάθεση ψυχής η οποία προϋποθέτει αλλά και συνοδεύει ένα ποίημα είναι στον συνειδητά χώρο του αρρήτου, ακόμα και του ασυνειδητου θα μπορούσαμε να πούμε. Επομένως κάθε ποίημα περιέχει ανομολόγητες πεποιθήσεις ή συναισθήματα, τα οποία μόνο με την καταγραφή απελευθερώνονται, αλλά και μόνο με την ανάγνωση βρίσκουν αποδοχή και ταύτιση. 
 

Tα ποιήματά σας,ωστόσο, είναι άτιτλα. Γιατί;
 

-Τα ποιήματα είναι άτιτλα γιατί πολλές φορές ο τίτλος εκ μέρους του ποιητή, τα περικλείει νοηματικά και ψυχικά. Ως άτιτλα, αν και δεν προσφέρονται για άμεση αναγνωστική αναγνωρισιμότητα και περαιτέρω διάδοση τους με τον «εύκολο τίτλο» τους, ωστόσο η ελευθερία ερμηνείας που «απολαμβάνει» όποιος σκύβει επάνω του, ανταμείβει το τεχνικό πρόβλημα της βραδύτητας αναγνώρισής του.



Πώς συνδυάζετε-ται το επάγγελμα του νομικού, και μάλιστα του ενεργού δικηγόρου, με αυτό του ποιητή;- κατά πολλούς ασυμβίβαστες ιδιότητες.
- Η ζωή η ίδια αλλά και η διαδρομή μου, μου δείχνουν με ένταση καθημερινά ότι η αντίφαση και το ασυμβίβαστο είναι πρωταρχικά στοιχεία ενός ενδιαφέροντος, τουλάχιστον, βίου. Απ’ όλα κάτι αντλούμε, πολύ ή λίγο, ως αντιστήριξη στην δηλητηριώδη ρουτίνα, η οποία επικρέμαται καθημερινά και ανά πάσα στιγμή εφησυχασμού είναι δυνατόν να μας καταπιεί. Με ό,τι συνεπάγεται για μας και τα αγαπημένα πρόσωπά μας. Να σας θέσω υπ’ όψη σας, ότι εκτός από 29 χρόνια μαχομένη Δικηγορία, έχω ασχοληθεί με τον ερασιτεχνικό αθλητισμό για 17 χρόνια, (κολύμβηση και water polo -Εθνικός Πειραιώς), μετά ως παράγων δώδεκα χρόνια (αντιπρόεδρος) σε ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία (“Γ.Σ. ΚΑΛΛΙΘΕΑ Π.Α.Ε.”), έπειτα “εκ πλαγίου” με την Πολιτική, ως Νομικός Σύμβουλος του Υπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης και μετά Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων και νυν υποψηφίου Δημάρχου Αθηναίων Άρη Σπηλιωτόπουλου. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι με τι ασχολείσαι στη ζωή, αλλά με τι ψυχική προσέγγιση συμμετέχεις σε ό,τι επιλέγεις να ασχοληθείς. Το “πως” είναι που δίνει νόημα στο “τι”. Αυτό το έχω διδαχθεί ως κορυφαίο νόημα Ζωής από την Φιλοσοφία του Ποινικού Δικαίου. Και όσον αφορά μια πιο αφηρημένη θέση :
"Σε μια μικρή κόκκινη κλωστή,
σαν του Μάρτη
δεν επικρέμονται όλα.
Συνδέονται."




Ποιοι είναι οι δικοί σας αγαπημένοι ποιητές; ( Η δική σας γραφή δείχνει να μην έχει επιρροές, από άλλους ποιητές...) - Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η πατρίδα μου, με 25 αιώνες συνεχούς ποιητικής παραγωγής, θα ήταν άδικο να μνημονεύσω κάποιους ιδιαίτερα. Ό,τι εκπέμπει αυτός ο τόπος και οι άνθρωποί του είναι ένα μαγικό συνταίριασμα πολλών δράσεων και επιδόσεων. Η Ελλάδα δεν είναι χώρα των τεχνών, είναι η ίδια Τέχνη.


Από την πρώτη ανάγνωση των ποιημάτων σας, διαφαίνεται μια Σωκρατική σοφία. Είναι έντονη η φιλοσοφική σας διάθεση, σε σημείο που κάποιοι κριτικοί μιλούν για Φιλοσοφική Ποίηση ή Ποιητική Φιλοσοφία. Πόσο το επιδιώκετε εσείς αυτό; Τι σας εκφράζει περισσότερο; Στο βιογραφικό σας αναφέρεται ότι ζείτε απέναντι από την Ακρόπολη. Σίγουρα έχετε επηρεαστεί άμεσα από αυτό...
- Αν επεδίωκα εκ των προτέρων τι να γράψω, θα ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από ποίηση. Γράφω γιατί αισθάνομαι να γράψω, αισθάνομαι να γράψω γιατί νοιώθω ευγνωμοσύνη προς τον Κόσμο για την αγάπη που αντλώ, καθημερινά, από το θαύμα που λέγεται Ζωή. Δεν έχω φύγει ποτέ από την περιοχή που μεγάλωσα από μικρό παιδί. Δημοτικό στην πρώτη παράλληλο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, μετά στο Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο Αθηνών στην Πλάκα. Οι σχολικές κοπάνες στου Φιλοπάππου στον Λουμπαδιάρη στο περίπτερο του Πικιώνη και στη Πνύκα. Η παιδική ηλικία μου είναι στιγματισμένη ανεξίτηλα ευεργετικά από προσλαμβάνουσες υπερχειλίζουσας ποιότητας περιβάλλοντος. Δεν ξέρω αν είμαι τυχερός που είμαι πέντε γενεών Αθηναίος, αν και η γιαγιά μου, (από τον πατέρα μου), είναι από τις Μηλιές Πηλίου, αλλά οπωσδήποτε αισθάνομαι ευτυχής και ευγνώμων που χαράχτηκα από το περιβάλλον αυτό.

6)Το ερωτικό στοιχείο, έντονο σε πολλά ποιήματά σας, εκφράζεται με συνομιλία στο άλλο πρόσωπο. Πόσο σημαντικό είναι να μπορούμε συνομιλούμε ουσιαστικά με το αντικείμενο του πόθου ή της αγάπης μας ;

- Ο λόγος, η ποιοτική συμβατότητα της συνομιλίας, η έντασή της, τα λεπτοφυή κρυφά και εμφανή χαρακτηριστικά της, εξ επαγγέλματος και εξ ιδιότητος, είναι για μένα το άπαν. Το ισχυρότερο αλλά και πιο ερωτικό σημείο του ανθρώπου είναι ο εγκέφαλος. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αν και ποιητικά διαφοροποιούμαι από την θεωρουμένη συμβατική συνομιλία.
“Την νύχτα

που είπα τα πιο πολλά,

η σιωπή

δεν έλεγε να σταματήσει”




7)Διάχυτη, επίσης, είναι και ευαισθησία σας προς την τρυφερή παιδική ηλικία, κάτι που με έχει συγκινήσει σε πολλά ποιήματά σας. Ποιό νομίζετε ότι είναι το χρέος μας απέναντι στα παιδιά;

- Ως μοναχοπαίδι εισέπραξα από μικρός την αγάπη και την έμπρακτη ισοτιμία τόσο από την οικογένειά μου, όσο και από το φιλικό περιβάλλον των γονέων μου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα παιδιά ισότιμα, όχι ως παιδιά, με μόνη πάντοτε ζωντανή και έμπρακτη απόδειξη ότι σε αυτά θα παραδώσουμε τη Ζωή και τον πλανήτη αυτό, ως κληροδότημα, αντάξιο των προσπαθειών και ενεργειών μας. Αν ως κοινωνία διαπαιδαγωγούσαμε τα παιδιά, από μικρή ηλικία ως ενήλικες, με τόνωση της ιδέας της ανάληψης σε αυτά της προσωπικής και κατά συνέπεια κοινωνικής ευθύνης τους, ο κόσμος μας σήμερα θα ήταν πολύ διαφορετικός, προς το καλύτερο. Όσον αφορά δε την ευαισθησία, θέλω να επισημάνω ότι δεν είναι, όπως παραδοσιακά θεωρείται, μία “θηλυπρεπής” ιδιότητα, αλλά αντιθέτως αν δεν συνοδεύεται από ανάλογη δύναμη διαχειρίσεώς της, είναι δυνατόν να διαλύσει αυτόν που την αισθάνεται. Έτσι, συνήθως χάνουμε, από υπερβολική ευαισθησία, χωρίς ανάλογη δύναμη διαχειρίσεως, τους πιο ευαίσθητους εφήβους μας. Από την πορεία τους προς τεχνητούς παραδείσους τοξικοεξάρτησης ή από αυτοκτονικούς ιδεασμούς που στατιστικά εμφανίζονται στην πιο ευαίσθητη περίοδο, την εφηβεία, όπου απροετοίμαστοι οδηγούνται από την ευαισθησία στην πραγματικότητα, άοπλοι, από την πολλές φορές κακώς εννοούμενη υπερπροστασία. Το χρέος επομένως όλων μας προς τα παιδιά είναι η μεταλαμπάδευση ενός πυρήνα Αρχών και Αξιών, που έχουμε συμφωνήσει, ως Κοινωνία, ως Αξιακό Κώδικα, μακρυά από στερεοτυπικές αγκυλώσεις και κοινωνικά taboo, που δυστυχώς καθημερινά τα εμβολιάζουμε και έτσι αναπαράγεται πολλαπλασιαστικά η κοινωνική παθογένεια. Η νέα γενιά είναι η Πρόοδος της Ζωής και ότι συμπαρομαρτεί αυτό. Ήθος και Γνώση , Αρχές και Αξίες είναι το οπλικό σύστημα των παιδιών για να προχωρήσουν ψηλότερα, Αρκεί, βέβαια, να συμφωνήσουμε ως κοινωνία ενηλίκων τη ποιότητα του περιεχομένου τόσων προανέφερα. Η ποιότητα του κληροδοτήματος χαρακτηρίζει τον κληροδόχο.



8) Πόσο χρήσιμη θεωρείτε ότι είναι η Ποίηση στη σημερινή επoxή - όταν όλοι έχουν να αντιμετωπίσουν πρωτίστως μια αβέβαιη , πια, καθημερινότητα;

- Η Ποίηση, μαζί με την Φιλοσοφία, σε συνδυασμό με το αμέσως ανωτέρω περιεχόμενο, είναι η ασπίδα του Ανθρώπου απέναντι σε κάθε αντιξοότητα. Όλα αυτά δεν είναι όπως πολλοί πιστεύουν πολυτέλεια. Η Ποίηση είναι η Θωράκισή μας στα δύσκολα και συγχρόνως το δόρυ. Η κάθε κρίση που έχει βιώσει η ανθρωπότητα έως σήμερα, ιστορικά, έχει μελετηθεί και αξιολογηθεί ότι είχε ως κύρια παράμετρο την πολιτισμική παρακμή που οδήγησε νομοτελειακά στην κοινωνική κρίση. Μετά αναλόγως άλλων χαρακτηριστικών έχουμε αναλόγως διαφόρου τύπου κρίσεις ως αποτέλεσμα, κυρίως την πολιτική κρίση και την οικονομική. Αυτές όμως είναι η κατάληξη.

   Πόσο μπορεί και πρέπει η ποίηση να είναι διδακτική; Γράφετε με γνώμονα την εξωτερίκευση όσων εσείς επιθυμείτε ή αποσκοπείτε να πείτε κάτι στους αναγνώστες σας;
- Η ποίηση είναι ένας ιδιόρρυθμος τρόπος ζωής. Δεν είναι συνταγή, δεν είναι φόρμουλα, δεν είναι επιθυμία. Συμβαίνει ή όχι. Και όταν συμβαίνει, σημαίνει ότι έχει συνυπάρξει, προηγουμένως, ένα περίπλοκο πλέγμα ορατών και αοράτων διεργασιών, οι οποίες κυοφορούν και γεννούν το αποτέλεσμα, που ένα από αυτά μπορεί να είναι η ποίηση. Το τι θα τεχθεί, έχει να κάνει με την ποιότητα, συνειδητή ή ασυνείδητη, των “γονεϊκών” χαρακτηριστικών και προϋποθέσεων. Εν κατακλείδι θεωρώ, προσωπική γνώμη μου καταθέτω, ότι ο κόσμος δεν έχει ανάγκη “επί σκοπώ” Τέχνης. Και το θαύμα της Ζωής δεν έχει κανένα λόγο να την αγκαλλιάσει.

  Οι λέξεις, μοιάζουν να έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για εσάς, αφού στα ποιήματά σας, με τόσο λίγα λόγια συμπυκνώνετε τόσα νοήματα, και, το κυριότερο, κατανοήσιμα στο αναγνωστικό κοινό
- Οι λέξεις στο σύνολό τους συγκροτούν ένα ζώντα και εξελισσόμενο οργανισμό, την Γλώσσα, που σε πρώτο χρόνο είναι Εργαλείο και προϋπόθεση Σκέψης και έπειτα Εργαλείο Επικοινωνίας. Πρώτα γνωρίζουμε την λέξη και μετά την σκεφτόμαστε και στη συνέχεια επικοινωνούμε με το περιβάλλον, γραπτά ή προφορικά. Αν δεν ην ξέρουμε, δεν την σκεφτόμαστε. Είναι μια απλή εξίσωση αυτή η διαδικασία. Πάντως θεωρώ τυχερό, μόνο έτσι μπορώ να το εξηγήσω, που ανήκω σε μία από τις κυριολεκτικά τελευταίες γενιές που διδάχθηκαν Αρχαία Ελληνικά. Αυτό είναι ένα τακτικό πλεονέκτημα να διαχειρίζεσαι τις σκέψεις, τις αναζητήσεις, τη περισυλλογή σου και ως φυσική, εν τέλει, διαδικασία να μπορείς να επικοινωνήσεις όλα αυτά. Και η Ελληνική γλώσσα είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα καλύτερα, αν όχι το λυσιτελέστερο, όργανο/εργαλείο για να κοινωνήσει ένας άνθρωπος το είναι του, ακριβώς, λεπτοφυώς.
Τι είναι για εσάς , κύριε Λαζαρόπουλε, (η)Ποίηση ;
- « Ο τοίχος έγραφε :

“Τι είναι η Επανάσταση; Ποίηση”

Τι είναι η Ποίηση;

Να βρούν οι λέξεις

την αλήθεια τους.

Να μπουν

σε άλλη σειρά

να φτιάξουν πρόταση.



Που να αντέχει.



Να βρει ο λυρισμός

τη θέση του

μέσα στο έπος.



Ο ποιητής τη μούσα του

και βίο

για τα όνειρά του.



Και όσοι

διαβάζουν ποίηση

να νοιώσουν

κατάψυχα

την ευθύνη

της λευτεριάς τους.».




Σας ευχαριστώ για την τιμητική φιλοξενία σας.

6 Μαΐου 2014

Χάρης Βλαβιανός -Συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα για τις Διαδρομές της εφημ.Θεσσαλία


"ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ,
                                               ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΠΟΥΛΩΣΟΥΜΕ"

Σε μια εκ βαθέων συνέντευξη στις" Διαδρομές"  
ο Χάρης Βλαβιανός
 μιλά στη Χαριτίνη Μαλισσόβα  
για το νέο του βιβλίο,"Το Αίμα νερό",
που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη.




 Το Αίμα Νερό, λοιπόν.
Δυο λέξεις, ολόκληρη ανατροπή όσων θέλουμε να πιστεύουμε...;
Και μαζί, η ανατροπή του ποιητή που γράφει αφηγηματικά;
Ο αναγνώστης θα κρίνει αν ο τίτλος που επέλεξα αποτελεί όντως ανατροπή, όπως λέτε. Η αλήθεια είναι πως άφησα τη γνωστή παροιμία ημιτελή γιατί ήθελα το συμπέρασμα να βγει αβίαστα μέσα από το βιβλίο. Να μην εκβιάσω το θέμα. Πάντως μια εύκολη απάντηση θα ήταν πως το «αίμα δεν γίνεται νερό», διότι αν γινόταν δεν θα έγραφα το συγκεκριμένο βιβλίο. Όσο για το ότι ως ποιητής επέλεξα αυτή την θραυσματική, πεζόμορφη μορφή, θεωρώ πως έτσι μπορούσα να επεξεργαστώ καλύτερα, πιο δραστικά δηλαδή, το υλικό μου –επώδυνο και συναισθηματικά πολύ φορτισμένο. Κάποιες από τις σαράντα πέντε πράξεις/ στιγμιότυπα θα μπορούσαν βέβαια να διαβαστούν κι ως πεζά ποίηματα. Εννοώ πως τους έδωσα την πύκνωση και τον ρυθμικό βηματισμό που συνήθως χαρακτηρίζουν τα «καθαρόαιμα» ποιήματά μου.
 


Γράψατε το βιβλίο με σκοπό τη λύτρωσή σας από τα φαντάσματα της παιδικής σας ηλικίας, ή 

από  ανάγκη σας να συμφιλιωθείτε με αυτά, και, ίσως, να αμβλύνετε την επιρροή τους στη ζωή 
σας;
Δεν υπάρχει συνήθως λύτρωση σε αυτού του είδους τα θέματα – εννοώ θέματα που αφορούν τις σχέσεις με τους γονείς. Η δική μου σχέση, όπως θα διαπιστώσατε διαβάζοντας το βιβλίο,  ήταν ιδιαζόντως δύσκολη και περίπλοκη, τραγική θα έλεγα με κίνδυνο να ακουσθώ μελοδραματικός, παρ’ όλο που η ζωή μου φαινομενικά, για κάποιον που θα στεκόταν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, έμοιαζε «φαντασμαγορική». Όσο ζούσαν δεν καταφέραμε δυστυχώς να βρούμε έναν τρόπο να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά,  να συνδεθούμε εντέλει όπως συνδέεται ένας πατέρας και μια μητέρα με το παιδί τους. Μετά ήρθε ο θάνατος και ακύρωσε κάθε δυνατότητα συμφιλίωσης. Οπότε τα πάντα έμειναν σε εκκρεμότητα, οι πληγές έμειναν ανοιχτές. Αλλά όπως σημειώνω στην αρχή του βιβλίου, είμαστε εντέλει οι πληγές που δεν θέλουμε/ δεν μπορούμε να επουλώσουμε. Άρα οφείλουμε να ζούμε μαζί τους, και - για να επιστρέψω στην αρχική μου πρόταση - να τις κουβαλάμε χωρίς να περιμένουμε καμία λύτρωση.
 

Ως γονιός ,διακατέχεστε από φόβους ή αμφιβολίες ότι τα παιδιά σας θα σας καταλογίσουν ,εξαιτίας δικών σας συμπεριφορών, κενά στη δική τους ζωή;
Πόσο σας επηρέασε η στάση των δικών σας γονιών απέναντι σας, στη διαμόρφωση της δικής σας στάσης απέναντι στα παιδιά σας και, τελικά, πόσο διασφαλισμένοι μπορούμε να είμαστε οι γονείς  ότι δεν θα μας προσάψουν
ανάλογες παραλείψεις τα δικά μας παιδιά;
Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στα παιδιά μου. Αυτά θα γράψουν την επόμενη πράξη του βιβλίου μου. Αυτά θα αποφανθούν για το αν υπήρξα καλός πατέρας. Πάντως με βάση τις δικές μου εμπειρίες, προσπάθησα και συνεχίζω να προσπαθώ. Λάθη ασφαλώς έχω κάνει. Το ζήτημα είναι 
πόσο σημαντικά ήταν αυτά και πόσο επώδυνα τα βίωσαν τα παιδιά μου. Θέλω να πιστεύω πως όταν πεθάνω δεν θα μου αφιερώσουν τον στίχο του Λάρκιν, που αφιερώνω εγώ στους δικούς 
μου.

Είστε από τους πιο καταξιωμένους  ποιητές της εποχής μας, με-παράλληλο- σπουδαίο 
μεταφραστικό αλλά και ακαδημαϊκό έργο.
Πόσο νομίζετε ότι συνέβαλαν οι γονείς σας στην εξέλιξή σας.;

Συνέβαλαν στη μοναξιά και την απεριόριστη θλίψη μου. Αν από αυτά τα υλικά  τρέφεται η ποίηση, τότε ναι, συνέβαλαν τα μέγιστα.

Η «κακή» παιδική μας ηλικία πρέπει να μας δίνει ώθηση για να ξεπεράσουμε τις πληγές μας και να προχωρήσουμε ή να είναι το άλλοθί μας για όσα δεν καταφέραμε;
Όπως είπα και παραπάνω δεν τίθεται κατ’ εμέ θέμα να τις «ξεπεράσουμε». Ούτε φυσικά αποτελούν «άλλοθι». Ασφαλώς όμως επιδρούν καθοριστικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας. Είναι γνωστά αυτά. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ.


Κατά της διάρκεια της ανάγνωσης διέκρινα θυμό απέναντι στους δυο γονείς σας ,αλλά και την ανάγκη για τρυφερότητα ενός παιδιού, εφήβου και μετέπειτα ενήλικα, χωρίς ,ωστόσο, μελοδραματισμούς.
Πόσο εύκολο και πόσο σκόπιμο είναι να αποφεύγετε τις εξάρσεις σε ένα τόσο προσωπικό κι ευαίσθητο θέμα;
Δεν υπάρχει θυμός. Υπάρχει πίκρα για τις αλλεπάλληλες  ματαιώσεις. Δεν μπορεί να γράφει 
κανείς σε στιγμή «έξαρσης». Το χέρι πρέπει να παραμένει σταθερό. Θα έπαιζε κανείς ένα κοντσέρτο βιολιού ή θα σμίλευε ένα άγαλμα με τρεμάμενο χέρι; Όχι φυσικά. Επομένως και ο 
συγγραφέας δεν μπορεί να γράφει όταν τα αισθήματα «ξεχειλίζουν». Το ωμό συναίσθημα δεν με αφορά. Μόνο η σκέψη πάνω στο συναίσθημα έχει για μένα σημασία στη λογοτεχνία. Το πώς το συναίσθημα φιλτράρεται μέσα μου. Σ’ έναν ποιητή δεν υπάρχει μόνο ένας νους που αισθάνεται, υπάρχει, πρέπει να υπάρχει και μια καρδιά που σκέφτεται.


Γεννηθήκατε στη Ρώμη και αναφέρετε στο βιβλίο ότι ζητήσατε από τον πατέρα σας να σας πάρει  μαζί του στη Βραζιλία, κάτι που δεν έγινε ποτέ.
Σε ποια ηλικία αποδεχθήκατε ότι  θα ζήσετε μόνιμα στην Ελλάδα;
Δεν το αποδέχθηκα. Βρέθηκα ξαφνικά, όταν η μητέρα μου στα 10 μου αποφάσισε να φύγει από τη Ρώμη και να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Υπάρχει το σχετικό κομμάτι στο βιβλίο.

Με δεδομένο ότι δεν είχατε ποτέ στερηθεί υλικά αγαθά από τους δικούς σας, και τις σπουδές σας στα Ανάβρυτα και αργότερα στην Οξφόρδη ,αισθανθήκατε ποτέ προνομιούχος γι’ αυτό;
Με ποια λέξη θα περιγράφατε αυτό που σας στέρησαν οι γονείς σας;
Όταν είσαι παιδί δεν σε νοιάζουν τόσο τα υλικά αγαθά. Η αγάπη σε νοιάζει. Στ’ Ανάβρυτα ένιωθα πως οι γονείς μου με ξεφορτώθηκαν, φυλακίζοντάς με σ’ ένα οικοτροφείο. Στην 
Οξφόρδη πήγα για να ξεφύγω. Ήταν μία αναγκαία κίνηση. Έπρεπε να αυτονομηθώ για να υπάρξω.


Όσο ήταν εν ζωή οι  γονείς σας εξέφρασαν ποτέ τη διαφορετική τους εκδοχή-οπτική για όσα 

τους καταλογίσατε;
Ασφαλώς. Όλοι οι γονείς έχουν τη δική τους εκδοχή για τα πράγματα και τα παιδιά διαφορετική. Εκεί βρίσκεται η τραγωδία. Στη σύγκρουση ανάμεσα σε αυτές τις εκδοχές. Και οι δύο πλευρές θεωρούν πως έχουν δίκιο. Και οι δύο πως η άλλη δεν τους έχει καταλάβει και τους 
αδικεί. 

Βλέπουμε ακόμα  και σήμερα πολλές γυναίκες  υψηλού μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου να ανέχονται τη βίαιη  συμπεριφορά των συντρόφων τους και να μένουν  στο γάμο τους με το πρόσχημα των παιδιών ,ουσιαστικά όμως για την κοινωνική εικόνα τους, από το φόβο της εκδίκησης ή της κοινωνικής κατακραυγής, με αποτέλεσμα να μεγαλώνουν σε ένα νοσηρό περιβάλλον τα παιδιά τους.
Ποιος ευθύνεται για τη δυστυχία των παιδιών αυτών ,εν τέλει;

Μα δώσατε ήδη την απάντηση. Η υποκρισία των γονιών. Η επιμονή τους να προσποιούνται πως το οικογενειακό κάτοπτρο μέσα στο οποίο κοιτιούνται είναι άθικτο, ενώ στην πραγματικότητα είναι κομμάτια.







"ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΜΑΤΑΙΩΣΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ "
Από τα πιο γνωστά και καταξιωμένα πρόσωπα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας , ο ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Χάρης Βλαβιανός, κυκλοφόρησε το βιβλίο με τίτλο 
«Το αίμα νερό» από τις εκδόσεις Πατάκη,ένα «μυθιστόρημα σε σαράντα πέντε πράξεις»και 80 σελίδες.
Στο εξώφυλλο, έφηβος,σε διακοπές στη Μύκονο,αγκαλιάζει τον πατέρα του κοιτώντας τον με 
βλέμμα που ζητά την προσοχή του,ενώ εκείνος δείχνει απόμακρος.
Η μητέρα του,η οποία περιγράφεται ως μια femme fatale, μια πολύ όμορφη γυναίκα, που κανονικά 
δεν θα έπρεπε να έχει κάνει παιδιά,μονίμως παρούσα-απούσα,
όπως έχει ο ίδιος πει και ο πατέρας του ένας άνθρωπος αυτοδημιούργητος και πολύ εγωπαθής, χωρίζουν όταν ο ίδιος είναι σε ηλικία τεσσάρων ετών.
Η μητέρα του, από τη Βραζιλία όπου ζούσαν, τον παίρνει στη Ρώμη ,από όπου και ξεκινά η ψυχολογική οδύσσειά του με τις εναλλαγές των σχέσεων της μητέρας του και την ελλιπή παροχή αγάπης προς εκείνον,κάτι που συμβαίνει και με τον πατέρα του,τον οποίο βλέπει κάποιες φορές το
χρόνο,χωρίς να υπάρχει όμως ουσιαστική επαφή και επικοινωνία μαζί του.
Ακολουθεί η μετάβασή τους στην Αθήνα όπου ως δεκάχρονο, πια, παιδί υφίσταται ψυχολογική πίεση αλλά και πολιτισμικό σοκ,μια και οι συνθήκες της εποχής αλλά και η παρακολούθηση του σχολείου των Αναβρύτων ως εσωτερικός,θα του προκαλέσουν θλίψη,ενώ μέχρι και το θάνατο και των δύο γονιών του, (σε
απόσταση ενός χρόνου),είναι κυρίαρχο το συναίσθημα της ματαίωσης.
Περιγραφές με ένταση,
κυρίως ψυχολογικής υφής,επιβεβαιώνουν την ανάγκη για αγάπη και προσοχή και ότι τα χρήματα δε φέρνουν την ευτυχία ούτε και επουλώνουν πληγές .
Το ιδιωτικό σχολείο που γίνεται για εκείνον τόπος εξορίας (με το πρόσχημα ότι ο πατέρας του τον προφυλάσσει από τη μητέρα του)
αλλά και οι σπουδές στην Οξφόρδη για λόγους φυγής και αυτοπροσδιορισμού,ίσως φαντάζουν στο μέσο αναγνώστη ως ξεσπάσματα
ενός καλοκακομαθημένου παιδιού, πέρα όμως από την (οικονομική)επιφάνεια,διακρίνει 
σίγουρα την "ειλικρινή" έκθεση προς τον αναγνώστη της τραυματικής του σχέσης με τους χωρισμένους γονείς του
(ο πατέρας του βρίσκεται στη Βραζιλία με άλλη οικογένεια και η μητέρα καταρρέει από τα χρέη και οδηγείται σε εγκλεισμό).
Αναφορές κάνει και στα αδέλφια του,που κι εκείνα όπως αποκάλυψαν δεν είχαν λάβει την αγάπη και τη φροντίδα των γονιών του,αλλά και στις γιαγιάδες και στον αγαπημένο του παππού,το ουσιαστικό ψυχολογικό στήριγμά του στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια.
Αν και είναι απόλυτα προσωπικά τα όσα αφηγείται,δεν εκβιάζει τα συναισθήματα του αναγνώστη 
αλλά τον αφήνει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα,ακόμα και για το διφορούμενο τίτλο.
Κάποιες στιγμές αντιλαμβάνεσαι ότι το Αίμα έγινε νερό,στο τέλος όμως μένει η πίκρα για όσα δεν μπόρεσαν να επανορθωθούν,μια και οι γονείς πια έχουν φύγει από τη ζωή.
Χαρακτηριστικό της αφήγησης είναι ότι,ενώ γίνεται σε δεύτερο πρόσωπο για λόγους μερικής 
αποστασιοποίησης του ίδιου,τελικά σε βάζει τόσο "μέσα" που έχεις την αίσθηση ότι το ζεις ο ίδιος. 
Συγκλονιστικός στην αφήγησή του,ωστόσο κάποιες "πράξεις" θυμίζουν έντονα-και πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά-τον αγαπημένο μας ποιητή,έτσι όπως τον γνωρίσαμε να αυτοβιογραφείται στις εξαιρετικές ποιητικές του συλλογές.

Η πιο γενναία κίνηση,ωστόσο,φαίνεται να είναι η αφιέρωση του βιβλίου στα δικά του παιδιά,με την προτροπή να γράψουν εκείνα την 46η πράξη του βιβλίου,κρίνοντας τον ίδιο ως γονιό
ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΜΑΛΙΣΣΟΒΑ
30/4/14




O Χάρης Βλαβιανός γεννήθηκε στη Ρώμη το 1957. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ και πολιτική θεωρία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές, με πιο πρόσφατες  τις συλλογές "Διακοπές στην πραγματικότητα" (2009), (βραβείο περιοδικού Διαβάζω -2010)"Σονέτα της συμφοράς" (2011) καθώς και τρεις συλλογές δοκιμίων.
Έχει μεταφράσει σημαντικά έργα κορυφαίων Αμερικανών και Ευρωπαίων Ποιητών,όπως των:Walt Witman,Ezra Pound,John Ashbery,William Blake,Fernando Pessoa ,ee cummings,Michael Longlay,Wallace Stevens και Αnne Carson.Το 2013 κυκλοφόρησε η μετάφραση των Τεσσάρων Κουαρτέτων του Τ.S. Eliot(δίγλωσση έκδοση),σύνθεσης εμβληματικής στην ιστορία της Λογοτεχνίας.
Ποιήματά του έχουν εκδοθεί σε πολλές ευρωπαικές γλώσσες και έργα του έχουν εκδοθεί συην Αγγλία,τη Γαλλία,τη Γερμανία,τη Σουηδία,την Ολλανδία,την Ιρλανδία και την Ιαπωνία.
Στο τέλος του 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη ένα τόμος με τέσσερις εξαντλημένες του  ποιητικές συλλογές, με τον τίτλο:"Η Εύθραυστη επικράτεια των λέξεων".
Διευθύνει το περιοδικό "Ποιητική".Διδάσκει Ιστορία και Πολιτική Θεωρία στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος.Το Αίμα νερό είναι το πρώτο του μυθιστόρημα