15 Σεπτεμβρίου 2014

                                                          Ιφιγένεια Τέκου
 


"Οφείλουμε να είμαστε αφυπνισμένοι και να αντιστεκόμαστε σε οτιδήποτε θίγει τη ζωή, την ευτυχία και την αξιοπρέπειά μας."
"Η Ιφιγένεια Τέκου μιλά στις Διαδρομές για το μυθιστόρημά της με τίτλο:"Μνήμες χαμένες στην άμμο",ένα βιβλίο με θέμα την ιστορία δύο κοριτσιών τα οποία χάνονται μετά τα "Σεπτεμβριανά" το '55,και απαντά σε ερωτήσεις που αφορούν  το μυθιστόρημά της και την αξία της ιστορικής μνήμης,την αδελφική αγάπη,τις ουσιαστικές σχέσεις των μελών μιας οικογένειας και την ανάγκη του ανθρώπου κάθε εποχής για  έρωτα και αισιοδοξία.







Σας καλωσορίζω στις "Διαδρομές" κυρία Τέκου.
"Μνήμες χαμένες στην άμμο",το πρώτο σας βιβλίο.Ποιες καταστάσεις και ποια πρόσωπα ήταν το κίνητρο για τη συγγραφή του βιβλίου;
Ευχαριστώ κι εγώ για τη τιμή που μου κάνετε. Ολα ξεκίνησαν όταν άκουσα τη  γιαγιά Νίτσα να λέει «σκίστηκε η καρδιά μου γιαβρί μου όταν είδα πως χάσαμε τα πάντα». Με αυτό το πρώτο μου βιβλίο θεωρώ πως ικανοποιείται πρωτίστως μια εσωτερική ανάγκη να «εξομολογηθώ»  απ’τη δική μου σκοπιά (όπως διαμορφώθηκε μέσα από τις λιγοστές μα ουσιαστικές διηγήσεις της γιαγιάς μου, αλλά και την έρευνα που έκανα) τις ιστορίες ανθρώπων που βίωσαν φρικτές καταστάσεις, διατηρώντας ωστόσο αναλλοίωτη την αγάπη που έτρεφαν για τη γενέθλια πόλη τους.

Δεν σας πτόησε το γεγονός ότι με ιστορίες ανθρώπων από τις χαμένες πατρίδες έχουν ασχοληθεί και αρκετοί άλλοι συγγραφείς;Ποια νομίζετε ότι είναι τα στοιχεία που κάνουν τη δική σας ιστορία ξεχωριστή;Πράγματι υπάρχουν αρκετοί αξιόλογοι και καταξιωμένοι συγγραφείς που  έχουν καταπιαστεί με παρόμοια θέματα. Όσον αφορά στο δικό μου πόνημα,τοποθετείται χρονικά στο 1955 την περίοδο που η Πόλη έζησε τα λεγόμενα Σεπτεμβριανά. Απ’ότι ξέρω δεν έχει γραφτεί κάποιο άλλο μυθιστόρημα που να βασίζει την πλοκή του στα συγκεκριμένα επεισόδια κι αυτό με ώθησε να τα «διηγηθώ». Μοναδική επιθυμία μου ήταν να μάθει ο κόσμος τι συνέβη τότε στον Ελληνισμό της Πόλης, να αφουγκραστεί τα συναισθήματα των ηρώων, να νιώσει την πίκρα, την απόγνωση και τον αγώνα τους. Αν κάτι διαφοροποιεί τη δική μου ιστορία από τις άλλες είναι ο εγκιβωτισμός της δκής μου ψυχής μέσα σε κάθε λέξη και σε κάθε διάλογο. Αυτό το βιβλίο αποτελεί φόρο τιμής στη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου, μια υπέροχη δυναμική γυναίκα που εκδιώχτηκε μαζί με την οικογένειά της από την Σμύρνη κι ύστερα από την Πόλη  και κατέληξε στα Τουρκοβούνια της Αττικής. Κι αυτή η ιστορία είναι ένα μέρος από τη δική της γλυκόπικρη ιστορία, μονάχα ένα μικρό μέρος όμως, καθώς εμπεριέχεται αρκετή μυθοπλασία.

Το δυνατό στοιχείο της γραφής σας, σε ό,τι αφορά τη μυθοπλασία, είναι ότι κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη,αφού σε κάθε σελίδα όλο και κάποια καινούργια εξέλιξη ή ανατροπή τον περιμένει..Η αλήθεια είναι πως έδωσα μεγάλη σημασία στην πλοκή. Στόχος μου ήταν να κρατήσω τον αναγνώστη μέχρι τη τελευταία σελίδα κι έτσι να προλάβω να τον κάνω κοινωνό των γεγονότων και των συναισθημάτων που κρύβονταν πίσω από την ιστορία.

Σε ό,τι αφορά τους διαλόγους,δυνατό σας στοιχείο,επίσης,κάποιες φορές αισθάνθηκα ότι αγγίζουν τη σύγχρονη εποχή κι όχι αυτή που περιγράφετε.Αυτό οφείλεται στη δική μου ενεργή συμμετοχή τη στιγμή που έγραφα. Ταυτίστηκα απόλυτα  με τους πρωταγωνιστές καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τους έτσι ώστε η διαδρομή τους έγινε τελικά και δική μου. Αυτή η αδυναμία μου να παραμείνω αποστασιοποιημένη ίσως και να αποτελεί την ίδια τη δύναμη του βιβλίου, δεν ξέρω.




Δίνετε αρκετά ιστορικά στοιχεία χωρίς να κουράζετε τον αναγνώστη.Τελικά ο έρωτας ή οι δεσμοί μεταξύ των ανθρώπων και των οικογενειών έχουν τον πρωτεύοντα ρόλο στο βιβλίο;Προσπάθησα να καταγράψω τα ιστορικά γεγονότα ξεκινώντας με τα Σεπτεμβριανά και φτάνοντας μέχρι τις απελάσεις όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά και αμερόληπτα γινόταν, χωρίς να κουράσω και να βαρύνω τον αναγνώστη, που δεν επέλεξε ένα ιστορικό βιβλίο αλλά ένα μυθιστόρημα πλαισιωμένο από τα συμβάντα της εποχής. Θεωρώ πως το βιβλίο μου είναι ένας ύμνος στους ανθρώπινους δεσμούς όπως αυτοί διαμορφώνονται ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας αλλά και ανάμεσα σε αγνώστους που όμως δέθηκαν με τα άρρηκτα δεσμά της φιλίας. Τονίζεται η αδελφική αγάπη που ξεπερνάει κάθε εμπόδιο, η ουσιαστική και υπέροχη φιλία που αναπτύσσεται ανάμεσα στην Άννα και την αρμένισσα Ελίζ,  η αγάπη και αφοσίωση στο μέρος που έζησαν και δημιούργησαν. Ο ρομαντικός έρωτας κατέχει μια ξεχωριστή θέση αναμφίβολα, όμως δεν επισκιάζει τα υπόλοιπα συναισθήματα και δεσμούς.Η κακοποίηση της μιας ηρωίδας -και μάλιστα από έναν άνθρωπο υπεράνω πάσης υποψίας-παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας.
Ποια η θέση σας για την κακοποιημένη γυναίκα στη σύγχρονη εποχή;
Δυστυχώς η κακοποίηση της γυναίκας είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα, μια μάστιγα, ακόμα και στη σύγχρονη εποχή. Συμβαίνει σε οικογένειες κάθε φυλής, θρησκεύματος και σε όλα τα κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Γυναίκες που ζούνε τον απόλυτο τρόμο και υποβάλλονται σε μια αδίστακτη και απάνθρωπη ενδοοικογενειακή (συνήθως) βία από τους πιο κοντινούς τους ανθρώπους. Η κλειτoριδεκτομή  που συναντάται κυρίως στην Αφρική, θεωρώ πως είναι η επιτομή της γυναικείας κακοποίησης. Ουρλιάξτε, αντισταθείτε, ζητείστε βοήθεια μα μην δέχεστε την κακοποίηση! Αυτή είναι η τρυφερή προτροπή μου σε αυτές τις γυναίκες.
Παρόλα τα δεινά που περνά η οικογένεια της Άννας και της Μαρίκας,δεν μπορώ να μην επισημάνω το στοιχείο της αισιοδοξίας που διαπνέει το βιβλίο.
Δική σας ανάγκη,στάση ζωής ή έτσι σας τη μετέφεραν;
Η αισιοδοξία που σκόπιμα διαπνέει όλο το βιβλίο, αποτελεί  για μένα στάση ζωής όσο και μια βαθιά  πιεστική ανάγκη να δώσω το δικό μου ευχάριστο τέλος σε μια ιστορία που οι ήρωές της πέρασαν δια πυρός και σιδήρου. Μέσα απ’ τη μυθοπλαστική λύτρωσή τους, δίνεται μια «επίπλαστη» δεύτερη ευκαιρία και σε όλους εκείνους που έζησαν τα γεγονότα και βασανίζονται μέχρι σήμερα από επώδυνες μνήμες. Επιπροσθέτως, κι αυτό το λέω σαν αναγνώστρια, νομίζω πως οι δύσκολες εποχές που διανύουμε ουρλιάζουν για  ένα χάπι έντ έστω κι αν είναι φανταστικό. Εγώ τουλάχιστον έτσι νιώθω.
Αφού σας ευχαριστήσω για τη συνομιλία μας θα ήθελα να μας πείτε:είναι η λήθη της πολιτικής αλλά και της οικογενειακής ιστορίας μας σημαντική για την ισορροπημένη
πορεία μας στη ζωή;
Αν με ρωτάτε αν πρέπει να υποβάλουμε τον εαυτό μας σε μια επιλεκτική αμνησία προκειμένου να  διατηρήσουμε μια πλασματική ισορροπία στη ζωή μας, θα έλεγα πως όχι, δεν πρέπει!  Η λήθη όσο ανακουφιστική κι αν φαντάζει, τα αποτελέσματά της είναι πρόσκαιρα και ψευδή! Οφείλουμε να είμαστε αφυπνισμένοι και να αντιστεκόμαστε σε οτιδήποτε θίγει τη ζωή, την ευτυχία και την αξιοπρέπειά μας. Η μνήμη είναι σύμμαχος. Μας οδηγεί σε καλύτερες επιλογές και σε μια αναγκαία αυτοσυντήρηση. Είναι η καταγραφή και η αναγνώριση της ίδιας της ζωής μας! Σβήνοντάς την, τι πραγματικά μας απομένει;
Σας ευχαριστώ κι εγώ για τις υπέροχες ερωτήσεις σας καθώς και για το σεβασμό που δείξατε στο βιβλίο μου.

 
 





Μνήμες  χαμένες στην άμμο,Ιφιγένεια –Ειρήνη Τέκου,εκδ.Κέδρος.
 
Το μοιραίο  απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου του ΄55 , τα επεισόδια εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης  γίνονται αιτία να χωρίσουν οι δυο αγαπημένες αδελφές και ηρωίδες του βιβλίου με την Αννα να  βρίσκεται στην Αθήνα,χωρίς μνήμη,και τη Μαρίκα να παντρεύεται για να σώσει την οικογένειά της έναν φαινομενικά εξαιρετικό σύζυγο.

 Με ανατροπές,απώλειες ,με  τον  έρωτα  και την αγάπη να δεσπόζουν 
στις  ζωή των δυο κοριτσιών στις 300 και πλέον σελίδες  του βιβλίου ,με περιγραφές γεμάτες ένταση και με αφηγηματικό ρυθμό που καθηλώνει η  συγγραφέας δίνει ιστορικά και ηθογραφικά στοιχεία της εποχής πλέκοντας ένα  άκρως ενδιαφέρον  μυθιστόρημα από την αρχή ως το τέλος.

Αποτίοντας φόρο τιμής στη γιαγιά της που εκδιώχθηκε αρχικά από τη Σμύρνη κι έπειτα από την Πόλη,πραγματοποιεί την επιθυμία της να μάθει ο κόσμος τι πραγματικά συνέβη  στην περίοδο των Σεπτεμβριανών και να αφουγκραστεί  τα συναισθήματα των ηρώων του μυθιστορήματός της.
Με δυνατούς διαλόγους-ίσως αρκετά σύχγρονους κάποιες φορές - και με διάχυτο το σεβασμό της στα πρόσωπα και στα γεγονότα η Ιφιγένεια Τέκου κάνει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ξεκίνημα στο χώρο της λογοτεχνίας.
Το βιβλίο της,ρεαλιστικό και συνάμα αισιόδοξο με τη μνήμη σύμμαχο  "ώστε να οδηγούμαστε
σε καλύτερες επιλογές" αφού :"οφείλουμε να είμαστε αφυπνισμένοι και να αντιστεκόμαστε σε οτιδήποτε θίγει τη ζωή, την ευτυχία και την αξιοπρέπειά μας."
Χαριτίνη Μαλισσόβα
4/9/14




Η Ιφιγένεια-Ειρήνη Τέκου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων. Έχει εργαστεί σε πολυεθνικές εταιρίες ως διοικητική υπάλληλος, ενώ παράλληλα παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά.Οι "Μνήμες χαμένες στην άμμο",από τις εκδόσεις Κέδρος,είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

9 Σεπτεμβρίου 2014

                                               52 χρόνια από το θάνατο της Μ.Μονρόε.

                                        "Αφιέρωμα στη φανατική αναγνώστρια
                                            με την ιδιαίτερη αγάπη στην ποίηση"



Ήταν βεβαίως φανατική αναγνώστρια η Μέριλιν Μονρόε, είχε εκλεπτυσμένα και απαιτητικά λογοτεχνικά γούστα, όσο κι αν αυτό συγκρούεται με το παρωχημένο στερεότυπο της αλαφροΐσκιωτης «χαζής ξανθιάς» που παίρνει ναζιάρικες πόζες με την πρώτη ευκαιρία. Η βιβλιοθήκη της μάλιστα αριθμούσε περισσότερους από 400 τίτλους. Αγαπούσε ιδιαίτερα την ποίηση του Ρόμπερτ Φροστ και του Ε. Ε. Κάμινγκς, ενώ είχε τεράστια αδυναμία στον θεμελιωτή της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης Γουόλτ Γουίτμαν και συγκεκριμένα στα «Φύλλα χλόης» του.
Βιβλία των Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, Σάμιουελ Μπέκετ, Τενεσί Γουίλιαμς, Ερνεστ Χεμινγκγουέι, Τζον Στάινμπεκ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ, την «Αισθηματική αγωγή» του Γκυστάβ Φλομπέρ ή ακόμη και ποιήματα του Χάινριχ Χάινε έβρισκε κανείς στα ράφια της βιβλιοθήκης της - πέραν ασφαλώς των βιβλίων που έγραφαν φίλοι, όπως ο Τρούμαν Καπότε, με τον οποίο πήγαινε σε διάφορα σουαρέ και κουτσομπόλευε (αναμενόμενο εν προκειμένω) το Χόλιγουντ.

 

Οι αγαπημένες της φωτογραφίες ήταν αυτές όπου έβλεπε τον εαυτό της να διαβάζει. Η περίφημη εικόνα της σε μια παιδική χαρά του Αμαγκάνσετ στο Λονγκ Αϊλαντ να έχει βυθιστεί στις τελευταίες σελίδες του «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις (όταν η Μόλι Μπλουμ παραληρεί μονολογώντας), την οποία και απαθανάτισε η Ιβ Αρνολντ για λογαριασμό του περιοδικού «Esquire», είναι πιο κοντά σε μια πραγματικότητα που απολάμβανε πιο πολύ από κάποιες άλλες, όπου αναγκαστικά έπρεπε να σουφρώσει υποσχετικά τα χείλη της, ακόμη κι αν την περιτριγύριζε η κατάθλιψη.










 
Στο πρόσφατο, συγκινητικό καί γλαφυρό, κείμενό του στην Guardian, ὁ Ἰρλανδός συγγραφέας Τζόν Μπάνβιλ γράφει, μεταξύ ἄλλων:

*Τό γεγονός εἶναι ὅτι ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους κλόουν τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, πού ὅμως δέν εἶχε τήν πρόθεση νά μᾶς κάνει νά γελάσουμε – ἔστω καί ἄν ἡ ἴδια ἦταν ἐξαιρετικά ἀστεία– ἀλλά νά χαθοῦμε σέ φαντασιώσεις πόθου καί ἐπιθυμίας. Ἄλλοι ἀστέρες τοῦ σινεμά παίζουν τόν ἑαυτό τους, λιγότερο ἤ περισσότερο πειστικά· ἡ Μαίριλυν δημιούργησε μιά ἐντελῶς διαφορετική ἐκδοχή τοῦ ἑαυτοῦ της, προορισμένη ὄχι νά πείσει, ἀλλά νά ἀποπλανήσει. Ἦταν ἡ ἴδια καί Φρανκενστάιν καί τέρας τοῦ Φρανκενστάιν, καί εἶναι ἀκριβῶς ἡ διαρκής, ὑποσυνείδητη ἐπίγνωση τοῦ δυϊσμοῦ αὐτοῦ πού τήν κάνει νά εἶναι ἕνα τόσο συναρπαστικό καί σαγηνευτικό πλάσμα ἀκόμη καί σήμερα, πενήντα χρόνια μετά τό θάνατό της.

*Ἀποδίδοντας τό δυϊσμό αὐτόν καί τό φαινόμενο Μαίριλυν στίς ἀποχρώσεις του, ὁ Γιῶργος-Ἴκαρος Μπαμπασάκης, τρυφερός καί ἐμπύρετα ποιητικός, ἀναφέρει:

Ἡ ὀμορφιά τῆς Μέριλιν Μονρόε εἶναι μιά ὀμορφιά πού τραγουδιέται, εἶναι σύννεφο καί χῶμα μαζί, εἶναι σάρκα καί ἀγέρας, εἶναι μιά ὀμορφιά οὐράνια, ἄυλη καί χθόνια τήν ἴδια στιγμή. Ἡ ὀμορφιά τῆς Μέριλιν εἶναι ἕνα βουρκωμένο χαμόγελο.

Αὐτό τό «βουρκωμένο χαμόγελο» συνοψίζει πολύ εὔστοχα τίς ἐσωτερικές ἀντιφάσεις πού συνέθεταν τή Μαίριλυν Μονρόε, τήν καθιστοῦσαν μοναδική καί ἀνεπανάληπτη, ἀλλά καί τήν καταδίκαζαν σέ μόνιμη ἀνισορροπία. Περίπλοκη, σκεπτόμενη καί εὔστροφη, ἀναζητοῦσε τρόπους νά ἐκφραστεῖ καί νά γίνει ἀποδεκτή. Μᾶς δίνει τήν ἐντύπωση πώς, ἀφότου ἐπινόησε τόν ἑαυτό της ὡς στάρ τοῦ Χόλιγουντ, ἐπιθυμοῦσε, ὅσο τίποτε ἄλλο, νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό σχῆμα αὐτό, τό κλουβί της, καί νά ἐφευρεθεῖ ξανά.


"Οποτε τον συναντούσε, συνήθιζε να του δίνει ένα κομμάτι χαρτί. Λίγους ανθρώπους εμπιστευόταν. Φοβόταν άλλωστε και τα «κακά λόγια». Κάτι πάντως είχε ανασύρει από τα άτακτα και εμπύρετα γραψίματά της, κάτι είχε σκαρώσει και πάλι η ξανθιά σεξοβόμβα της μεγάλης οθόνης. «Είναι ποίηση αυτό κατά τη γνώμη σου; Δες το και πες μου». Ετρεφε και γι' αυτή τη - λιγότερο γνωστή - πλευρά της μια δεδομένη ανασφάλεια. Αλλες φορές έκλεινε κάποιο χειρόγραφο σε έναν φάκελο - με εκείνα τα γράμματα που σχεδόν ορμούσαν μπροστά - και του το έστελνε ζητώντας την κριτική ματιά του.

Εκείνος πάντα την ενθάρρυνε. «Τα ποιήματα ήταν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, αυτά που θα έγραφε ένας ερασιτέχνης∙ που σημαίνει ότι δεν προσποιούνταν τίποτε περισσότερο από αυτό που ήταν, δηλαδή μια έκρηξη συναισθημάτων με υποτυπώδη ή και καθόλου γνώση αυτής της τέχνης. Αλλά η ποιήτρια μέσα της - γιατί υπήρχε κάτι τέτοιο - έδινε πάντα μια μορφή στον σκοπό της». Ο ίδιος έμπιστος αναγνώστης, ο Νόρμαν Ρόστεν, αμερικανός ποιητής και παλιός φίλος του τρίτου διάσημου συζύγου της, Αρθουρ Μίλερ, είχε πει ότι η Μέριλιν Μονρόε «είχε το ένστικτο και τα αντανακλαστικά του ποιητή, της έλειπε όμως ο έλεγχος».

Δεν ήθελε βεβαίως να γίνει ποιήτρια με τη στενή έννοια του όρου. Ηθελε κάπως να αποσυμπιεστεί, να βγάλει, καταπώς λέμε, ορισμένα πράγματα από μέσα της, «να έχω μια αίσθηση του εαυτού μου» με τα δικά της λόγια. «Βοήθεια Βοήθεια / Βοήθεια / Νιώθω τη ζωή να πλησιάζει, / όταν το μόνο που θέλω / είναι να πεθάνω. / Κραυγή - / ξεκίνησες και τέλειωσες στον αέρα, αλλά το ενδιάμεσο πού ήταν;» διάβαζε το καλοκαίρι του 1961 εκείνος - τότε αποφάσισε να του στείλει αυτές τις γραμμές.

Οι στίχοι ωστόσο ανήκουν σε ένα σημειωματάριο που χρησιμοποιούσε η Μέριλιν το καλοκαίρι του 1958, στο περιθώριο των γυρισμάτων της ταινίας «Μερικοί το προτιμούν καυτό», αν και πιθανότατα το πρωτοέγραψε δύο χρόνια νωρίτερα. Η ίδια προσπαθούσε περισσότερο μέσω της γραφής, η οποία στην περίπτωσή της έλαβε σταδιακά και τον χαρακτήρα μιας ενσυνείδητης αυτοανάλυσης, να χαρτογραφήσει και να ταξινομήσει τις μεταπτώσεις του ευάλωτου ψυχικού κόσμου της, ενός κόσμου φτιαγμένου από εκτυφλωτικό φως, αλλά και μια μελαγχολική, διαβρωτική σκοτεινιά αφού «αναζητώ τη χαρά / μα είναι ντυμένη με πόνο».

Τα όσα (κατ)έγραψε επομένως στα κομψά δερματόδετα ημερολόγιά της εκείνες τις ανελέητες ώρες της βασανιστικής της εσωστρέφειας έχουν να κάνουν περισσότερο με το κυνήγι μιας θεραπευτικής ειλικρίνειας και λιγότερο με την ποίηση και την ιστορία της. Κοντολογίς, έχουν την ιδιότυπη αξία κάποιων εκλάμψεων στη μάχη της να διατηρήσει τουλάχιστον ορισμένα από τα θραύσματα του εαυτού της ανέπαφα. «Ω σιωπή, / εσύ, σιγή, μου πονάς το κεφάλι - και / μου διαπερνάς τ' αφτιά∙ / με τη σιγή των ανυπόφορων ήχων / τραντάζει το κεφάλι μου - / πάνω σε μια κατάμαυρη οθόνη / ξαναγυρνούν τα σχήματα των τεράτων, / των πιο αφοσιωμένων μου συντρόφων - / το αίμα μου κοχλάζει / κι ανάστροφα κυλάει. / Ολος ο κόσμος είναι κοιμισμένος, / αχ, γαλήνη, σε χρειάζομαι - / έστω κι ένα / τέρας γαλήνιο».

Στο δέκατο τεύχος του εξαμηνιαίου λογοτεχνικού περιοδικού «Ποιητική», το οποίο διευθύνει ο Χάρης Βλαβιανός (εκδ.Πατάκη), έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε - έστω και αποσπασματικά - τον εσωτερικό διάκοσμο αυτού του ξεχωριστού «pin-up girl» που αγαπούσε την ιταλική ζωγραφική της Αναγέννησης αλλά και τον Ροντέν και τον Ντεγκά, να ακολουθήσουμε ακριβέστερα την αντίστροφη πορεία, έξω από τα συνηθισμένα τούτη τη φορά, ξεκινώντας από τα μέσα προς τα έξω.

«Κομμάτια μας μόνο θ' αγγίξουν / κάποτε κομμάτια κάποιων άλλων - / γιατί η αλήθεια καθενός είναι αυτό / και μόνο - η δική του αλήθεια. / Μπορούμε να μοιραστούμε μόνο / το μέρος που είναι αποδεκτό / από τη γνώση του άλλου, / κι έτσι μένει κανείς / κατά το πλείστον μόνος. / Οπως και είναι προφανώς / καθορισμένο από τη φύση - / στην καλύτερη περίπτωση / η αντίληψή μας ν' αναζητά / τη μοναξιά του άλλου» έγραφε σε μια σουίτα τριών δωματίων στον εικοστό έβδομο όροφο του ξενοδοχείου της στη Νέα Υόρκη, όπου διέμενε το 1955 για μερικούς μήνες και κλωθογύριζε στο κεφάλι της την ιδέα του κενού.

(Τα ποιήματα μεταφράστηκαν από τον Γιάννη Δούκα και δημοσιεύτηκαν στο 10ο τεύχος του Περιοδικού Ποιητική.Αποσπάσματα από
δημοσίευμα της εφ.το Βήμα-1/13)


Επιμέλεια:
Χαριτίνη Μαλισσόβα
 

εφημ.Θεσσαλία 6/9/14

8 Σεπτεμβρίου 2014

Αγγέλα Καστρινάκη



"Η εποχή της ευμάρειας εμπέδωσε, ανάμεσα σε άλλα, και την αρχή της ήσσονος προσπάθειας."
 Με αφορμή το βιβλίο "Και βέβαια αλλάζει",ένα μυθιστόρημα για τη Μεταπολίτευση,η Αγγέλα Καστρινάκη μιλά στις Διαδρομές τη; εφ Θεσσαλία για τη γενιά της Μεταπολίτευσης ,εξηγεί τους λόγους για τους οποίους έγραψε το βιβλίο  για τις αξίες των παιδιών εκείνης αλλά και της σημερινής εποχής εξηγώντας επίσης αν και τι άλλαξε η γενιά της Μεταπολίτευσης και αν έχουμε το χρόνο να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα.
 


Σας καλωσορίζω στις Διαδρομές, κ. Καστρινάκη. «Και βέβαια αλλάζει», ο τίτλος του βιβλίου σας, ένα αφήγημα για τη Μεταπολίτευση. Ποιο ήταν το κίνητρο για τη συγγραφή του;
Θέλησα να μιλήσω για εκείνη την εποχή όπου νομίζαμε ότι θα αλλάζαμε τα πάντα, προκειμένου να πω ότι σήμερα οφείλουμε να αλλάξουμε όσο το δυνατόν περισσότερα, προπαντός τον τρόπο σκέψης μας και τις συμπεριφορές μας ως πολίτες. Ελπίζω ότι οι ιδέες με τις οποίες γαλουχηθήκαμε ορισμένοι στη Μεταπολίτευση, οι ιδέες μιας Αριστεράς που πίστευε αδιαπραγμάτευτα στη δημοκρατία, που ήταν υπέρ της δράσης μέσα στουςθεσμούς, υπέρ των προγραμματικών συμφωνιών, υπέρ των συγκλίσεων, μπορούν να δείξουν έναν δρόμο για το σήμερα. Κίνητρό μου βέβαια ήταν και η νοσταλγία για εκείνη την εποχή, για την εφηβική ηλικία, που είναι δυστυχώς 40 χρόνια πίσω…
H Ειρήνη είναι ένα κορίτσι που μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον που λίγο-πολύ γνωρίσαμε όσοι γεννηθήκαμε πριν από το ’70. Ωστόσο, το πρότεινα στην 23χρονη κόρη μου και εσείς αφιερώνετε το βιβλίο στη δική σας κόρη. Τι νομίζετε ότι θα εισπράξουν  τα νεότερα παιδιά διαβάζοντάς το;
Η κόρη μου διάβασε το βιβλίο πριν εκδοθεί και μου είπε «μαμά, ζήλεψα!». Υποθέτω ότι ζήλεψε τις πλούσιες εμπειρίες της Μεταπολίτευσης. Το ότι δουλεύαμε όλοι μαζί, εκδίδαμε περιοδικά, διαβάζαμε μανιωδώς βιβλία και τα συζητούσαμε, ψαχνόμασταν. Το ότι είχαμε στόχους, ήμασταν σε διαρκή εγρήγορση,δημιουργούσαμε και πιστεύαμε στο μέλλον… Τα νεότερα παιδιά ωραίο θα είναι αν εισπράξουν την αξία της συλλογικότητας και την πεποίθηση ότι η αλλαγή της ζωής μας εξαρτάται σε κάποιο βαθμό από εμάς τους ίδιους. Το πιο συγκινητικό σχόλιο που μου στάλθηκε απόάγνωστη φίλη είναι ότι περιμένει να μεγαλώσει ο γιοςτης, για να του δώσει το βιβλίο να το διαβάσει.






Η ιστορία της πρωταγωνίστριας εκτυλίσσεται παράλληλα με την ιστορία της Μεταπολίτευσης και της Αριστεράς. (Κάποιες φορές ένιωσα ότι τα γεγονότα και οι ιστορικές εξελίξεις της εποχής επεσκίαζαν τη ζωή της)
Όλοι οι νεαροί μου «ήρωες» μεγαλώνουν κατά κάποιον τρόπο μέσα στην ιστορία. Η Αγλαΐα, για παράδειγμα, δίνει το πρώτο της φιλί, ακούγοντας σε μια συγκέντρωση τον Ανδρέα Παπανδρέου να λέει το περίφημο «βυθίσατε το Χόρα». Έχω φροντίσει σε όλο το βιβλίο να βρω εκείνα τα σημεία όπου το προσωπικό και το πολιτικό ακουμπάνε. Ίσως οι ιστορικές εξελίξεις πέφτουν καμιά φορά πολύ βαριά πάνω στα εφηβάκια εκείνης της εποχής. Πάντως, χάρη στην πληθωρική παρουσία της «ιστορίας», οι νέοι της Μεταπολίτευσης μπορούσαν να ασχοληθούν με κάτι πέρα από τον εαυτό τους. Και αυτό τελικά ίσως είναι μια μεγάλη ανακούφιση.





Ένα αίσθημα αισιοδοξίας ένιωσα να διαπνέει  όλο σχεδόν το βιβλίο - ότι εκείνα τα παιδιά αγωνίζονταν για όσα περίμεναν να γίνουν. Τελικά, σήμερα, πόσο νομίζετε ότι δικαιώθηκαν; Τι κατάφερε να αλλάξει εκείνη η γενιά;Πολύ πικρή «δικαίωση» είναι το γεγονός ότι επιβεβαιώθηκαν οι χειρότερες προβλέψεις μας, ότι συνέβησαν αυτά που φοβόμασταν. Φοβόμασταν τηνακατάσχετη συνθηματολογία και υποσχεσεολογία του Ανδρέα Παπανδρέου που ήταν τότε ανερχόμενη δύναμη, και τώρα γνωρίζουμε πια πού οδήγησε αυτή η τακτική. Δεν ξέρω αν κατάφερε να αλλάξει πολλά πράγματα η γενιά της Μεταπολίτευσης. Πιστεύω ότι πολλοί από όσους βρέθηκαν σε θέση ευθύνης συμπεριφέρθηκαν με πνεύμα δημοκρατίας και αλληλεγγύης. Και γνωρίζω πάρα πολλούς στον χώρο των πανεπιστημίων αλλά και της Μέσης εκπαίδευσης που ζητούν να μεταδώσουν στη νέα γενιά τις ιδέες της ελεύθερης σκέψης, της δημιουργικής αμφιβολίας, του ορθού λόγου. Δεν είναι λίγο.





Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε η αναφορά σας στους –“ισμούς” που «εδραιώθηκαν» ως έννοιες εκείνη τηνεποχή (σοσιαλισμός, πλουραλισμός, αλτρουισμός,ντετερμινισμός, οπορτουνισμός κλπ). Δεν αναφέρετε τον λαϊκισμό. Μήπως, τελικά, τον «έφερε»  η γενιά αυτή;
Πράγματι, ήταν η εποχή της παθιασμένης χρήσης των «ισμών». Βάζω την πρωταγωνίστριά μου να τους σημειώνει σε ένα τετραδιάκι για να τους εμπεδώσειαφενός, αλλά και για να μπει στη μύτη του κάπως συντηρητικού καθηγητή της που αντιδρούσε στην «εξέλιξη της γλώσσας». Πάντως, ο όρος λαϊκισμός, αν δεν κάνω λάθος, δεν κυκλοφορούσε πολύ εκείνη την εποχή. Τον έφερε στην επιφάνεια το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ μετά το 1981, όταν χρειάστηκε να βρεθεί μια έννοια που να περιγράφει τη σχέση του πολιτικού αυτού σχηματισμού με τους ψηφοφόρους του.

Οι φίλοι που παραθέτουν τις δικές τους απόψεις,μαρτυρίες και βιώματα  δίνουν μια πιο "αντικειμενική" ματιά  στον αναγνώστη για τον αντίκτυπο των γεγονότων στα παιδιά και τους εφήβους που έζησαν τη Μεταπολίτευση;
Ακριβώς! Πιο αντικειμενική, πιο αντιπροσωπευτική ματιά. Εγώ ήμουν μια ευνοημένη έφηβη, που πήγαινε σειδιωτικό (και μικτό) σχολείο της Αθήνας. Δεν ήταν όμως αυτή η Ελλάδα. Αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, γνώρισα και απέκτησα αδελφικές σχέσεις με παιδιά που δεν ήξεραν ούτε τι σημαίνει «καλοκαιρινές διακοπές», επειδή δούλευαν. Πρόκειται για μια άλλη όψη της ελληνικής κοινωνίας, για μια άλλη όψη τηςΜεταπολίτευσης. Θέλησα στο αφήγημά μου να εκπροσωπηθεί και η μικρή Πασοκτζού της βόρειας Ελλάδας και το κάπως φοβισμένο ακόμα παιδί της Κρήτης και η Θεσσαλονικιά που έκανε την εξέγερσή της ανεβάζοντας τη σχολική ποδιά λιγουλάκι πάνω απ’ το γόνατο.





Φιλία, συντροφικότητα, ομαδική προσπάθεια, μόρφωση, έρωτας και παντού πολιτική: Ως ακαδημαϊκός αλλά και ως μητέρα με ποια προτεραιότητα βλέπετε να υπάρχουν στα νέα παιδιά οι αξίες αυτές;
Βλέπω να ανθεί η φιλία, αλλά μάλλον να λείπει η συντροφικότητα, με την έννοια της κοινής προσπάθειας για έναν στόχο. Από πολιτική δεν σκαμπάζουν πολύ τα νέα παιδιά. Σαν να μην τα αφορά. Τελευταία, ζουνεπιπλέον το γνωστό κλίμα απαξίωσης της πολιτικής γενικά. Τους λείπει και η καθοδήγηση. Εμείς είχαμε τη μεγάλη τύχη, μέσω των πολιτικών οργανώσεων, να μαθητεύσουμε πλάι σε λίγο μεγαλύτερούς μας (τους «καθοδηγητές»), που μας έπαιρναν απ’ το χέρι για τα πρώτα βήματα. Προσωπικά έμαθα ορισμένα βασικά πράγματα, π.χ. να μιλάω δημόσια, να εκδίδω εφημερίδα,να συνεργάζομαι, να είμαι υπεύθυνη, να είμαι ακριβής στα ραντεβού κλπ. κλπ., χάρη σε αυτούς τους πέντε με δέκα χρόνια μεγαλύτερους ανθρώπους που έδιναν τον χρόνο τους για να διαμορφώσουν τους νεότερους «συντρόφους». Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί οφείλουν να επωμιστούν μεγάλο μέρος αυτού του ρόλου, και προφανώς επωμίζονται, ποτέ όμως δεν θα είναι το ίδιο. 





Τι έχει φταίξει και φτάσαμε στη σημερινή Κρίση (οικονομική, θεσμών και αξιών);
Τι να πει η φιλόλογος για όλα αυτά; Ας πω κάτι για την πτώση των αξιών που ίσχυε βέβαια και πριν την κρίση. Σκέφτομαι πως η εποχή της ευμάρειας εμπέδωσε, ανάμεσα σε άλλα, και την αρχή της ήσσονος προσπάθειας. Ίσως όμως η μικρότερη δυνατή προσπάθεια βρίσκεται στη φύση του ανθρώπου, στη φύση του ζωντανού πλάσματος. Αν μπορώ να κάνω κάτι κουνώντας μόνο το μικρό μου δαχτυλάκι, γιατί να κουνήσω ολόκληρο το χέρι; Από αυτή την άποψη ελπίζει κανείς στην κρίση, γιατί θα επαναφέρει την αρχή της προσπάθειας. Χωρίς προσπάθεια «ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων», όπως μαθαίναμε και στο σχολείο.
Έχουμε, τελικά, χρόνο και υπάρχουν τρόποι για να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα; 
Αν δεν έχουμε χρόνο, σημαίνει πως πάει, πεθάναμε. Αλλά ευτυχώς δεν έχουμε πεθάνει ακόμα. Ας το πάρουμε λοιπόν απόφαση πως έτσι όπως πορευόμασταν δεν μπορούμε να προχωρήσουμε άλλο και ας χρησιμοποιήσουμε επιτέλους την αρχή του «κοινού καλού» ως γνώμονα για τις συμπεριφορές μας.





«Και βέβαια,αλλάζει», Αγγέλα Καστρινάκη,εκδ.Κίχλη.

Η Μεταπολίτευση μέσα από τη ματιά ενός κοριτσιού.

Ανάμεσα σε βιογραφία και προσωπική μαρτυρία και με κεντρική ηρωίδα την Ειρήνη,που είναι και δεν είναι η ίδια συγγραφέας, κινείται το Αφήγημα για τη Ματαπολίτευση της Αγγέλας Καστρινάκη.

Στα εφτά κεφάλαια του βιβλίου και στις 250 του σελίδες,ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός του κλίματος της εποχής σε πολιτικό,πολιτισμικό και ηθογραφικό επίπεδο.

Η ιστορία ξεκινά από το 1973με το κεφάλαιο «Το τέλος της Δικτατορίας» και την Ειρήνη να είναι 13 ετών.Περιγραφές από το προαύλιο του σχολείου ,τις φιλίες ,τα αναγνώσματα,το ντύσιμο της εποχής ,την επιστράτευση ,συνεχίζει στην «πρώτη χρονιά της Μεταπολίτευσης»,1974-75,την ενωμένη αριστερά,τις προκηρύξεις το δίλημμα «Καραμανλής ή τανκς»,περνά στο «Μαθητικό κίνημα»(1975-76) ,τη «Χρονιά των αποφθεγμάτων»(1976-77)και το «Προεκλογικό καλοκαίρι»,συνεχίζει με τη «Χρονιά της ήττας»,(1977-78) και φτάνει ως το 1979 με το κεφάλαιο «Απόπειρα συγκρότησης».

Με νοσταλγία και αγάπη , η Αγγέλα Καστρινάκη μιλά για την εποχή που«νομίζαμε ότι θα αλλάζαμε τα πάντα»,ελπίζει ότι τα νεότερα παιδιά θα εισπράξουν από την ανάγνωση του βιβλίου την αξία της συλλογικότητας και την πεποίθηση ότι η αλλαγή στη ζωή μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εμάς τους ίδιους,ενώ αναγνωρίζει ότι η γενιά εκείνη δικαιώθηκε μόνο στο ότι επιβεβαιώθηκαν οι χειρότερες προβλέψεις που έφεραν τη χώρα στην σημερινή της κατάσταση.

Με την πεποίθηση ότι οι νέοι της εποχής εκείνης μπορούσαν να ασχοληθούν,χάρη στην πληθωρική παρουσία της πολιτικής,με κάτι πέρα από τον εαυτό τους,διαποτισμένοι από τις ιδέες της ελεύθερης σκέψης ,της δημιουργικής αμφιβολίας και του ορθού λόγου αλλά και με μαρτυρίες νέων της εποχής που έζησαν σε διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο από την ηρωίδα,δίνει το προσωπικό της στίγμα,αλλά και μια αντικειμενική και αντιπροσωπευτική ματιά για την περίοδο της Μεταπολίτευσης.

Ένα εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο,που αφήνει αίσθημα όχι μόνο προβληματισμού,αλλά κυρίως αισιοδοξίας ότι έχουμε το χρόνο να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα,αρκεί να αλλάξουμε πορεία,καταρχήν εντός μας....

Χαριτίνη Μαλισσόβα
3/9/14


Βιογραφικό
Η Αγγέλα Καστρινάκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Σήμερα διδάσκει νεότερη λογοτεχνία στο Φιλολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Το 1990 εξέδωσε την πρώτη της συλλογή διηγημάτων, "Φιλοξενούμενη", από τις εκδόσεις της Εστίας. Ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων "Εκδρομές με φίλες", Εστία, 1993, "Τα όρια της ζεστασιάς", Πόλις, 1999, "Εκδοχές της Πηνελόπης", Πόλις, 2002, καθώς και το μυθιστόρημα "Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας", Ελληνικά Γράμματα, 2008. Κυρίαρχα θέματα της πεζογραφίας της είναι οι λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις στις σχέσεις των δύο φύλων, σε ό,τι αφορά τον έρωτα και τις προκλήσεις της πίστης και της απιστίας, από την οπτική γωνία των γυναικών -θέματα τα οποία χειρίζεται με χιούμορ, παρατηρητικότητα και μια ελαφρά ειρωνική διάθεση. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά, στα ιταλικά, στα γαλλικά και στα φινλανδικά. Η ερμηνευτική-ιστορική συμβολή της στη νεοελληνική λογοτεχνία, "Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950" (εκδ. Πόλις, 2005), τιμήθηκε με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής το 2006.








1 Σεπτεμβρίου 2014

 Θεοδόσης Καρβουναράκης
 
 
 Οι Δυτικοί  συνάδελφοι αδυνατούν να καταλάβουν πως ''λειτουργεί'' το ελληνικό πανεπιστήμιο.
 
 
Με αφορμή το βιβλίο του "Η Τέχνη της Διπλωματίας και οι Τεχνικοί της",(εκδόσεις Θύραθεν Ιστορική Βιβλιοθήκη) ο Αναπληρωτής καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαικών σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας,Θεοδόσης Καρβουναράκης, μιλά στις Διαδρομές για το ρόλο της Διπλωματίας στις πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις,για τα προβλήματα των ελληνικών Πανεπιστημίων,το πανεπιστημιακό άσυλο αλλά και για την εμπειρία του από το αγγλικό και το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα.
​Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Διεθνείς Σχέσεις και Διπλωματική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Cambridge της Μεγάλης Βρετανίας. Στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας διδάσκει Ιστορία των Διεθνών Σχέσεων και της Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής. Έχει γράψει δύο βιβλία και άρθρα για διάφορα θέματα στα Ελληνικά και στα Αγγλικά.


Σας καλωσορίζω στις Διαδρομές κ.Καρβουναράκη.Γενέτειρά σας ο Βόλος.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Βόλο. Έφυγα στα 18 μου για το Πανεπιστήμιο στην Αθήνα. Τώρα ζω και εργάζομαι στην Θεσσαλονίκη αλλά επισκέπτομαι την πόλη μας τακτικά.
Η Τέχνη της Διπλωματίας και οι Τεχνικοί της, το πρόσφατο βιβλίο σας.
Το βιβλίο είναι μια ιστορική επισκόπηση της διπλωματικής πρακτικής, του τρόπου δηλαδή και της διαδικασίας διεξαγωγής της διπλωματίας καθώς και των ανθρώπων που εμπλέκονται σε αυτό, από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Παράλληλα, μέσω της εξέτασης του συγκεκριμένου αντικειμένου παρουσιάζεται και η εξέλιξη του διεθνούς συστήματος. Αποτελεί πρωτοτυπία για την ελληνική βιβλιογραφία ενώ είναι σπάνιο εγχείρημα και για την αγγλική.
Παρακολουθώντας τις πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις ,πόσο νομίζετε ότι χρησιμοποιήθηκε ή καταστρατηγήθηκε η έννοια της διπλωματίας ;
Η διπλωματία, ο διάλογος δηλαδή μεταξύ κρατών αλλά και άλλων δρώντων του διεθνούς συστήματος είναι μία συνεχής και πάντα εν χρήσει διαδικασία. Μερικές φορές βέβαια οι περιστάσεις δεν επιτρέπουν την επίτευξη θετικών αποτελεσμάτων ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που χρησιμοποιείται καταχρηστικά για να αποτραπούν εξελίξεις και να παραπλανηθεί ο συνομιλητής ή η κοινή γνώμη. Αναπόφευκτα όλοι κάποτε καταφεύγουν στο διπλωματικό διάλογο γιατί είναι αδύνατο να πετύχεις όλες σου τις επιδιώξεις και στο βαθμό που εσύ θέλεις. Ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες ως γνωστόν συνομιλούν με Ισλαμιστές.
´Εχετε θέση αναπληρωτή καθηγητή Διπλωματικής Ιστορίας στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.Πόσο ενδιαφέρον για την πλειονότητα των φοιτητών σας διαπιστώνετε ότι είναι το μάθημα της Διπλωματικής Ιστορίας ;
Όχι όσο θα έπρεπε, δεδομένου οτι η Ιστορία αποτελεί τη βάση για την εξοικείωση με τις διεθνείς σπουδές καθότι παρέχει πλήρη και ολοκληρωμένα παραδείγμα συμπεριφοράς των κρατών στις διεθνείς τους σχέσεις. Ύπάρχει βέβαια και ένα πρόβλημα σε σχέση με την επιλογή των φοιτητών του τμήματος μας. Παρουσιάζει επιπρόσθετες δυσκολίες η εισαγωγή υποψηφίων που έχουν επιλέξει θεωρητική κατεύθυνση.
Πόσο έχει επηρεάσει η κρίση τον Πανεπιστημιακό χώρο;
Προφανώς πάρα πολύ. Υπάρχει πτώση ηθικού, μεγάλος περιορισμός των δυνατοτήτων μας λόγω δραστικών περικοπών αλλά και μεγάλη αβεβαιότητα για το μέλλον.
Πρόσφατα παρουσιάστηκαν κρούσματα επίθεσης φοιτητών σε καθηγητές.Ποια η δική σας άποψη;
Απολύτως καταδικαστέα. Έργο μιας μικροσκοπικής αποθρασυμένης μειοψηφίας που σε καμιά περίπτωση δεν εκφράζει τις απόψεις των φοιτητών μας.
Καταλήψεις και χαμένα εξάμηνα,πληγή για φοιτητές,γονείς κυρίως για το ελληνικό πανεπιστήμιο.Η δική σας τοποθέτηση;
Τόσο αυτό όσο και το προηγούμενο φαινόμενο έχουν τις ρίζες τους στις πολιτικές παρεμβάσεις στο πανεπιστήμιο με στόχο την προώθηση του κομματικού συμφέροντος, στην αλλοτροίωση των θεσμών για τον ίδιο λόγο αλλά και στην σοβαρή έλλειψη κοινωνικής ευθύνης, αδιαφορία δηλαδή για προβλήματα που δεν μας αγγίζουν άμεσα, η οποία μας χαρακτηρίζει.
To πανεπιστημιακό άσυλο μέχρι ποιο βαθμό νομίζετε ότι πρέπει να είναι απαραβίαστο;
Η ύπαρξη του για την διασφάλιση της ελευθερίας της διακίνησης των ιδεών είναι αναγκαία αφού στη χώρα μας ακόμη δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος. ( π.χ.ανάπτυξη σχετικών παραδόσεων και ηθών ) . Η κατάχρηση του ασύλου βέβαια για αλλότριους στόχους και δημιουργία εντυπώσεων δεν έχει κανένα νόημα. Υπάρχουν οι διατάξεις για την αποτροπή της, οι πανεπιστημιακές αρχές όμως διστάζουν να τις εφαρμόσουν γιατί δεν έχουν την στήριξη της κοινωνίας που ουσιαστικά αδιαφορεί για την σωστή λειτουργία της έννομης τάξης. Αν αυτή η νοοτροπία άλλαζε πολλά αν όχι τα περισσότερα απο τα προβλήματα μας θα αντιμετωπίζονταν με επιτυχία. Επιπλέον αυτοί που καταχρώνται το άσυλο έχουν ισχυρούς πολιτικούς φίλους.
Ζήσατε για αρκετά χρόνια στην Αγγλία ,ενώ και και η επαφή σας με την Αμερική είναι ουσιαστική.Πόσο σας βοήθησε αυτό και-συγκρίνοντας- τι νομίζετε ότι λείπει από το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα;
Στην Αγγλία βελτίωσα την ευρύτερη παιδεία μου με ευκαιρίες που στην Ελλάδα δεν έχουμε, αλλά με βάσεις που απόκτησα στην Αθήνα. Έμαθα επίσης να γράφω. Στις Ηνωμένες Πολιτείες απόκτησα πρόσβαση σε άφθονα, εκλεκτά και φθηνά βιβλία. Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο αποτελεί τμήμα του κράτους, τα ίδια προβλήματα που μαστίζουν την ελληνική διοίκηση κατατρύχουν και το ελληνικό πανεπιστήμιο, αυξημένα ίσως λόγω της ασυδοσίας επιθετικών μειοψηφιών αλλά και ορισμένων συναδέλφων. Οι Δυτικοί -και όχι μόνο-συνάδελφοι αδυνατούν να καταλάβουν πως ''λειτουργεί'' το ελληνικό πανεπιστήμιο. Θα επισημάνω ενδεικτικά ένα από τα προβλήματα. Τη μη υποχρεωτική παρακολούθηση μαθημάτων, αδιανόητο για χώρες που γνωρίζω καλά όπως η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες αλλά νομίζω και η υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη. Δεν μπορείς να διαμορφώσεις επιστήμονες χωρίς άμεση επαφή και συνεχή επίβλεψη. Στην Ελλάδα βέβαια αυτό θα ήταν ανέφικτο και λόγω των τεράστιων ελλείψεων σε υλικοτεχνική υποδομή (αίθουσες κλπ.) και έμψυχο υλικό.

Θα ήθελα να κλείσουμε την ενδιαφέρουσα συζήτησή μας με μια δική σας ευχή ,συμβουλή κι ένα καλωσόρισμα προς τα παιδιά που θα μπουν φέτος στο Πανεπιστήμιο.Να χαίρονται τα ανεπανάληπτα φοιτητικά τους χρόνια αλλά και να μην ξεχνούν ούτε στιγμή πως η ζωή τους θα εξαρτηθεί από τις σωστές επιλογές που θα κάνουν τώρα: καλή επίδοση στα μαθήματα, επιδίωξη πνευματικής ωρίμανσης, συνέπεια, υπευθυνότητα, προσεκτική επιλογή επαγγελματικών στόχων, μεγιστοποίηση των προσόντων τους για μια επιτυχημένη καριέρα.




 
 

28 Ιουλίου 2014

Από τις εκδόσεις Κίχλη
 
 
 
Εγγύηση αναγνωστικής απόλαυσης και υψηλής αισθητικής.

Έξι χρόνια επιτυχημένης πορείας των εκδόσεων Κίχλη συμπληρώνονται φέτος.
Ο εκδοτικός οίκος της Γιώτας Κριτσέλη,πέτυχε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εποχή να προσφέρει ποιοτικά βιβλία, ως προς την επιλογή και το περιεχόμενο, "που να είναι συγχρόνως επιμελημένες και καλές εκδόσεις",με βαρύτητα τόσο στη γλωσσική αρτιότητα όσο και στην αισθητική των βιβλίων της.
Εκδόσεις με κανόνες από την τυπογραφική παράδοση,χωρίς ρετρό διάθεση ή εκζήτηση και με εξώφυλλα εικαστικά,με έργα ζωγράφων όπως όπως οι:Εύη Τσακνιά, Αλ. ´Ισαρης,Ντενί Λομ, Δ. Κοκκινίδης, Μίχαελ Ζόβα, Σωτήρη Σόρογκα και της Διοχάντης να τα κοσμούν.


Ενδεικτικά αναφέρονται οι ακόλουθες εκδόσεις,τα εξώφυλλα των οποίων εικονίζονται:

 
Η συλλογή του Τίτου Πατρίκιου "Λυσιμελής Πόθος",με ποιήματά του από το 1949 ως το 2011.

















 
Πρόσφατα, η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Αλέξανδρου Ίσαρη ,"Εγώ,ένας ξένος" τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης(Public).


 







 
 
Το δοκίμιο της Κατερίνας Σχινά,"Καλή και Ανάποδη"-ο πολιτισμός του πλεκτού,πέρασε στη δεύτερη έκδοση.















 
Εξαιρετικά ευφυής ως προς το περιεχόμενο,τη γλώσσα αλλά και την πλοκή είναι η νουβέλα του Γιώργου Κουτσούκου," Το ενυδρείο", με φόντο την Ελλάδα της Κρίσης και πολλούς δρόμους της Αθήνας.



 


 
Τέλος,το Αφήγημα για τη μεταπολίτευση "Και βέβαια αλλάζει" της Αγγέλας Καστρινάκη που κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα -μας ξεναγεί με τη ματιά,τα βιώματα και τις ιστορίες της,με σεβασμό και προσήλωση, στην ίδια την Ιστορία.
Χρίστος Παπαγεωργίου

 
"Η ποίηση μου έμαθε να αντιστέκομαι αλλά και να ερωτεύομαι μοναδικά,
να λατρεύω το ραδιόφωνο και να μισώ την τηλεόραση."
 
Με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή ,με τίτλο"Κρύβε Λόγια",που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κίχλη,ο ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας Χρίστος Παπαγεωργίου μιλά στις Διαδρομές για τη σχέση του με το Βόλο,την ανάγκη που τον οδήγησε να εκφράζεται μέσω της ποιητικής τέχνης,ενώ απαντά σε όσους μιλούν απαξιωτικά γι αυτή.

Ο Χρίστος Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1954 στο Βόλο. Ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας και συνεκδότης του βραχύβιου περιοδικού "Σχήμα λόγου", συνεργάζεται με τα εγκυρότερα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε αρκετές ανθολογίες. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Το "Κρύβε Λόγια" είναι η ένατη ποιητική του συλλογή.

 
-Σας καλωσορίζω στις Διαδρομές,κύριε Παπαγεωργίου.Βαθειά η σχέση σας με τον Βόλο.Γεννηθήκατε,ζήσατε για αρκετά χρόνια και δραστηριοποιηθήκατε επαγγελματικά εδώ.

Πράγματι είναι έτσι όπως τα λέτε. Γεννήθηκα στο Βόλο, μεγάλωσα εδώ, τον αποχωρίστηκα στα εφηβικά μου χρόνια, επέστρεψα ως επαγγελματίας στις αρχές της δεκαετίας του ’80, μέχρι που τον εγκατέλειψα οριστικά και πλέον τον συναντώ αραιά και που. Ο Βόλος για μένα είναι η πόλη μου. Διαβάζω τις εφημερίδες –στις οποίες παλιότερα υπήρξα συνεργάτης- ακούω, μαθαίνω, συζητώ για γεγονότα που τον αφορούν, επηρεάζομαι θετικά ή αρνητικά από επεισόδια που λαμβάνουν χώρα εκεί, γενικώς και μόνον η λέξη Βόλος είναι ικανή να μου προξενήσει ιδιαίτερα συναισθήματα. Αγαπώ το Βόλο και τους κατοίκους του, αγαπώ το λιμάνι και τους τετραγωνισμένους δρόμους, το Πήλιο με τις μαγευτικές παραλίες του, αγαπώ ολόκληρη την πολιτιστική κληρονομιά αλλά και την πολιτική και κοινωνική παρακαταθήκη, που ως τόπος αγωνιστικός και ιδανικός μας παρέδωσε.

-"Κρύβε λόγια",ο τίτλος της πρόσφατης,ένατης ,ποιητικής σας συλλογής.
Με υποενότητες:"Μπαράζ συλλήψεων","Σκελετοί στην ντουλάπα"και "Λάσπη στον ανεμιστήρα",διαφορετικού ύφους και δομής η καθεμιά.

Είναι αλήθεια πως στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή, διαφοροποιώ τεχνικά τα ποιήματά μου, σε σημείο μάλιστα που κάποιοι αναγνώστες να μου πουν πως μοιάζουν να τα έχουν γράψει τρεις διαφορετικοί δημιουργοί. Για τον τίτλο δεν έχω να πω πολλά, μου άρεσε ως ρήση του λαού και τον εγκολπώθηκα. Στην πρώτη ενότητα κυριαρχούν τα πιο «δύσκολα» ποιήματά μου. Πλην του ποιήματος «Το μέτωπο» γραμμένο για το μεγάλο σκιαθίτη συγγραφέα Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τα υπόλοιπα –και παρά το γεγονός ότι τα εμπνεύστηκα από απλές και καθημερινές στιγμές- η έντονη προσωπική και βιωματική κρύπτη, που εμφανίζεται συγκεχυμένη, μπορεί να δυσκολέψει κάποιους για μια πλήρη αφομοίωση. Στη δεύτερη ενότητα, προσπαθώντας να μην γεμίζω τους αναγνώστες με άπειρες καταθλιπτικές δόσεις, μέσω των γραπτών μου, αλλά το αντίθετο να δουν την ποίηση και ως παιχνίδι, παίζω με τους στίχους, ανατρέπω γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες με στόχο το αδιόρατο χαμόγελο που θα χαραχθεί στα χείλη τους. Τέλος στην Τρίτη ενότητα, τα ποιήματα είναι αφηγηματικά, έχουν πλοκή και μύθο, είναι πλήρως προσλήψιμα και σας διαβεβαιώ πως αρέσουν περισσότερο απ’ όλα.

-Τα ποιήματά σας έχουν έντονο κοινωνικό,συγκαλυμμένα πολιτικό αλλά και ερωτικό περιεχόμενο.Ποια ανάγκη σας,ωστόσο,σας οδήγησε να ασχοληθείτε με την ποίηση;

Εδώ έχουμε δύο ερωτήσεις: Καταρχάς ναι, ως πολιτικοποιημένο άτομο που θεωρώ τον εαυτό μου, δεν θα μπορούσε να λείπει απ’ τα ποιήματά μου αυτή η ιδιότητα. Ειλικρινά μου αρέσει ιδιαίτερα να βλέπω ανθρώπους να διαδηλώνουν, να μάχονται για τα αιτήματά τους, να κατεβαίνουν στο δρόμο ακόμη και με άσχημες καιρικές συνθήκες, να παλεύουν για τα συμφέροντα των πιο αδύναμων και φτωχών, η ζωή τους να είναι γεμάτη, πλήρης δηλαδή απ’ την κατάκτηση ενός στόχου πέρα από τα πεπατημένα, πέρα από μικροαστισμούς. Και βέβαια μου αρέσει ιδιαιτέρως να βλέπω ανθρώπους να ερωτεύονται. Κάτι που συμβαίνει με όλους και σε όλους. Τώρα –και έρχομαι στην ερώτηση για το τι με οδήγησε να ασχοληθώ με την ποίηση- η απάντηση είναι πως από παιδί μου άρεσε να σκέπτομαι με εικόνες, να εκφράζομαι σιβυλλικά, να ζω σε φανταστικό περιβάλλον –ακόμα και τα παιδικά μου παιχνίδια ήταν δεκαετίες μπροστά- ακόμη και να ερωτεύομαι θα έλεγα με τρόπο υπαινικτικό και αυθόρμητο και όχι κάτω από προσχεδιασμένη συνειδησιακή μέθοδο. Με δυο λόγια, η ποίηση μου έμαθε να αντιστέκομαι αλλά και να ερωτεύομαι μοναδικά, να λατρεύω το ραδιόφωνο και να μισώ την τηλεόραση.

-Ποιητές,ποιήματα,κριτικοί βιβλίων,όψιμα ανερχόμενοι μέσω του διαδικτύου.Μετά από πορεία σαράντα σχεδόν χρόνων ως ποιητής και κριτικός βιβλίων,πόσο καλό ή κακό θεωρείτε ότι έκανε η κοινωνική δικτύωση και το διαδίκτυο γενικότερα;
Εδώ τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Προσωπικά δεν είμαι λάτρης του διαδικτύου γι’ αυτό και δεν μπορώ –πλην ορισμένων τραγικών και αποκαλυπτικών περιπτώσεων εθισμού- να βρω άλλα στοιχεία που το συγκεκριμένο μέσο να έκανε κακό. Βέβαια χάθηκε η γλώσσα, χάθηκαν οι ταχυδρόμοι, λιγόστεψε η έκθεση ιδεών, χάθηκαν ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια ασχολούμενοι με ελαφρά –για να μην πω άλλη λέξη- θέματα, αυξήθηκε το έγκλημα κάθε είδους, συμφωνώ. Αν όμως χρησιμοποιεί κανείς το διαδίκτυο όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη όλα τα αρνητικά παύουν να υφίστανται.
Και πάλι προσωπικά λοιπόν όσον αφορά τα ποιήματά μου διαβάστηκαν από ανθρώπους με τους οποίους δεν είχα την παραμικρή επαφή. Όσον αφορά δε τις κριτικές μου μέσα σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα δημοσιεύονται, έχοντας μάλιστα και θετικές σκέψεις απ’ τους ανθρώπους που τις προσεγγίζουν. Παρότι λοιπόν άνθρωπος του εντύπου, του τυπωμένου χαρτιού, η γνώμη μου είναι πως αν κανείς δεν αφεθεί στην επίπλαστη μαγεία του διαδικτύου τότε το ίδιο το μέσο μπορεί να του φανεί χρήσιμο.

-Λένε πως ένας καλοδουλεμένος στίχος μπορεί ισοδυναμεί με 1000 λέξεις πρόζας,κάτι που αισθάνθηκα ιδιαίτερα όταν διάβαζα τα ποιήματά σας.Πόσο δύσκολο και πόση δουλειά χρειάζεται για να μπορεί κάποιος να συμπυκνώνει με επιτυχία το λόγο;

Επειδή έχω γράψει πληθώρα κριτικών νεότερης και νεότατης ελληνικής πεζογραφίας που πλησιάζουν, αν δεν ξεπερνούν, τις χίλιες, θα σας έλεγα πως λογοτέχνες που χρησιμοποιούν τον πεζό λόγο ως μέσον έκφρασης ασφαλώς και δουλεύουν ως μυρμήγκια, ως οικοδόμοι παλαιότερων εποχών. Έτσι δεν μπορώ να συγκρίνω τις δύο Τέχνες. Είναι κατά τη γνώμη μου εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Τώρα το να μπορέσει κάποιος ποιητικά να συμπυκνώσει δεκάδες νοήματα σε λίγους στίχους αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει ταλέντο, όταν έχει δουλέψει ώρες ατελείωτες και όταν υπενθυμίζει συνεχώς στον εαυτό του πως :το Μικρό είναι και όμορφο, πως το Λίγο είναι πολύ.


-Κάποιοι μιλούν απαξιωτικά για την ποίηση και πιστεύουν πως αφορά απροσγείωτους,ρομαντικούς ή γυναίκες.Τι θα λέγατε σ' αυτούς;

Πρώτον ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν έχουν διαβάσει στη ζωή τους όχι ολόκληρη ποιητική συλλογή αλλά ούτε έναν στίχο. Δεύτερον ότι έχουν άποψη για ένα θέμα που αγνοούν ολοκληρωτικά, άρα δεν μπορούμε να τους πάρουμε στα σοβαρά. Και τρίτον ακόμη κι έτσι να είναι θα άξιζε τον κόπο αντί για χρησμούς να σκύψουν το κεφάλι στην ποίηση προκειμένου να δημιουργήσουν μια αντίληψη του κόσμου διαφορετική, υπερβατική και αντισυστημική. Άρα εκείνο που έχω να τους προτείνω –αν φυσικά τους αρέσει το διάβασμα- είναι να ψάξουν, σε στίχους και ποιήματα, τις απαντήσεις που χρειάζονται προκειμένου να δουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον με άλλα μάτια, μέσα από το βάθος της παρούσας Τέχνης, που απλώς λέει ό,τι γνωρίζουμε με άλλο τρόπο.