13 Νοεμβρίου 2016

Κώστας Ακρίβος: " Μας το έμαθε κι αυτό οΌμηρος: Ομορφιά και αλήθεια κάνεις δικές σου,όταν διώξεις τα κομψευόμενα τερτίπια"


               Κώστας Ακρίβος



     "  Μας το έμαθε κι αυτό οΌμηρος:
     Ομορφιά και αλήθεια κάνεις δικές         σου,όταν διώξεις τα κομψευόμενα τερτίπια"


Τα "Τελευταία νέα από την Ιθάκη" (14ο βιβλίο και πέμπτη συλλογή διηγημάτων του)μάς μεταφέρει ο Κώστας Ακρίβος μέσα από το βιβλίο του με τον ομώνυμο τίτλο,που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Πρόσωπα  της σύγχρονης ζωής ενδύονται τις ιδιότητες των Ομηρικών ηρώων μέσα από την εξαίρετη γραφή του αγαπημένου βολιώτη συγγραφέα,δημιουργώντας μια πινακοθήκη νεότερων ομηρικών ηρώων. 
26 πρόσωπα της Οδύσσειας πρωταγωνιστούν σε ένα καλοδουλεμένο βιβλίο όπου «Θεοί, ήρωες, νεράιδες, εραστές, φίλοι, καθάρματα, μπεσαλήδες και νταήδες ταξιδεύουν στα τρικυμισμένα νερά της ιστορίας και φτάνουν από τα χρόνια του Ομήρου στις μέρες μας, άλλοι σώοι και άλλοι ναυαγοί».


Το βιβλίο σας, "Τελευταία νέα από την Ιθάκη" είναι μία "συνάντηση" των ηρώων της Οδύσσειας με πρόσωπα των τελευταίων δύο αιώνων.Θέλετε να μας εξηγήσετε;

- Το 1975 ο καθηγητής Ι. Θ. Κακριδής έδωσε διάλεξη στο Γαλλικό Ινστιτούτο Βόλου για την Οδύσσεια και την Ιλιάδα. Ανάμεσα στα πολλά και θαυμαστά που άκουσα, τα μαθητικά μου αυτιά συγκράτησαν τη φράση πως “μόνον ογδόντα οχτώ παππούδες μάς χωρίζουν από τον Όμηρο”. Πράγματι, αν σκεφτούμε ότι κάθε “παππούς” - γενιά αριθμεί 25 με 30 έτη, τότε η απόσταση από το σήμερα στο ομηρικό χτες είναι αναλογικά όση απόσταση χωρίζει έναν ασπρομάλλη από την παιδική του ηλικία. Άρχισα λοιπόν να καταλαβαίνω ότι οι ήρωες ή οι λιγότερο ήρωες των ομηρικών επών μάς μιλούν για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, να αγαπάς, να χάνεις, να πεθαίνεις. Για πατεράδες, γιους, γυναίκες, τη βία, την ειρήνη, τον πόλεμο, για τα νιάτα και τον έρωτα. Παράλληλα με τα βιβλία λοιπόν που έγραφα όλα αυτά τα χρόνια, έπαιρνα τα πρόσωπα της Οδύσσειας και νοερά τα ταξίδευα στα νερά της νεότερης ιστορίας. Το βιβλίο θέλω να πιστεύω έρχεται σαν συνέχεια από τα δύο προηγούμενα, γιατί, όπως σε εκείνα, έτσι και εδώ αυτό που μεαπασχολεί είναι σε ποια πατρίδα, δηλαδή σε ποια γλώσσα κατοικούμε. 

 

Πέρα από τα υπαρκτά-ιστορικά πρόσωπα που χρησιμοποιείτε ως ήρωες στο βιβλίου, τα άλλα πρόσωπα είναι υπαρκτά ή προϊόντα μυθοπλασίας;

- Για τη λογοτεχνία δεν είναι ποτέ αρκετή η Ιστορία, εννοώ η Ιστορία έτσι όπως διδάσκεται στα σχολεία ή όπως τη διαβάζουμε στα “επίσημα” βιβλία. Οι περιπέτειες του αρχαιοελληνικού κόσμου, η Τουρκοκρατία, το μέγα λάθος και η πληγή του ΄22, ο Εμφύλιος, η δικτατορία και η δίχως τέλος σημερινή Κρίση είναι μια μεγάλη δεξαμενή για ερεθίσματα και αφορμές για μυθοπλασία. Ευτυχώς σήμερα έχει τερματιστεί η τάση να δοξολογούμε λογοτεχνικά το ένδοξο παρελθόν και τους ήρωες προγόνους. Καλοί και άξιοι αυτοί, αλλά οι ανάγκες σήμερα μας επιβάλλουν να δούμε το παρελθόν μας αφτιασίδωτο από καυχησιές και μεγαλοστομίες. Χρειαζόμαστε μυθιστορήματα και διηγήματα που να λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Να δείχνουν τα λάθη μας και και να μην τα κουκουλώνουν στο όνομα της υπεροχής της φυλής μας. Να ερχόμαστε στη θέση του άλλου, του αντιπάλου και να ακούμε τη δική του φωνή. Να γράψουμε επιτέλους τον επίλογο στη μυθολογία της ιστορίας μας, ώστε να κάνουμε πράξη το σολωμικό “εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό”. Για αυτές τις ανάγκες λοιπόν χρειάστηκα όχι μόνο τα υπαρκτά-ιστορικά πρόσωπα, μα και άλλα που τα γέννησε η τέχνη της μυθοπλασίας.

 

 

Θα μας μιλήσετε για την σχέση που έχει ο Δημήτρης Μαρωνίτης με τη συγγραφή του βιβλίου;


- Πρώτα απ΄ όλα τού χρωστάω τη μετάφραση των παραθεμάτων της Οδύσσειας, με τα οποία ξεκινάει καθεμία από τις 26 μυθιστορίες. Ο δεύτερος και ίσως πιο βασικός λόγος είναι επειδή στον Δ. Ν. Μαρωνίτη οφείλεται η σύλληψη της αρχικής ιδέας. Όταν το καλοκαίρι του 1988 τον άκουσα να διαβάζει δημόσια στο Αρχαίο Ωδείο της Πάτρας τη μετάφραση από την ε ραψωδία της Οδύσσειας (Οδυσσέως Σχεδία), συνειδητοποίησα ότι οι ήρωες της Οδύσσειας δεν είναι για τα ρηχά ή λιμνάζοντα νερά. Καθένας από αυτούς διεκδικεί την ατομική του “σχεδία” για να ξανοιχτεί στο πέλαγος της ιστορίας και να φτάσει, άλλος ναυαγός και άλλος σώος, ως τις μέρες μας.

 

Γίνεται συχνά αναφορά της επίδρασης των "κλασικών" έργων στη συγγραφή σύγχρονων βιβλίων. (Πόσο πιο κλασικό δημιούργημα από την Οδύσσεια,βέβαια;) Η ανεύρεση των χαρακτήρων που υποδύονται τους ήρωές σας πόσο "επίπονη" ήταν για εσάς;


- Εκείνο που με ενδιέφερε ήταν να γράψω για πρόσωπα της νεότερης ελληνικής πραγματικότητας, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συγγενεύουν με κάποιους από τους ομηρικούς ήρωες. Ήθελα να δω αν χαρακτήρες, συμπεριφορές και αξίες συνεχίζουν να υπάρχουν όπως εκείνη την εποχή ή έχουν αλλοιωθεί ή ακυρωθεί. Έτσι λόγου χάρη Τηλέμαχος είναι ένα τσιγγανάκι που νοσταλγεί το σπίτι του, Λαέρτης γίνεται ο Κολοκοτρώνης όταν σπαράζει για τον αδικοχαμένο γιο του, ο Πέτρος Κόκκαλης είναι η γενναιόδωρη Λευκοθέα της Αντίστασης, η Καλυψώ γητεύει έναν πατέρα φοιτητή κ.λπ. κ.λπ. 

 

Επιλέξατε διαφορετικές, ακόμα και "κόντρα" προσωπικότητες από αυτές του πρωτότυπου έργου και σε κάποια περίπτωση και διαφορετικό φύλο. Μεταλλάσσονται οι χαρακτήρες ανάλογα με τις υπάρχουσες συνθήκες;

- Πιο πολύ από παιδί του πατέρα του καθένας είναι παιδί της εποχής του - γνωστό αυτό. Οι φίλοι, πόσα χρήματα έχει στην τσέπη του, ποιος τον κυβερνάει και αν βομβαρδίζεται το σπίτι του παίζουν ρόλο στην ψυχοσύνθεση και στη ζωή του ανθρώπου γενικά. Ομοιότητες ανάμεσα σε πρόσωπα που ανήκουν σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Όπως και διαφορετικές αντιδράσεις και στάσεις. Το πώς ζει και κυρίως το πώς πεθαίνει κανείς, η φιλία και η βία, ο πόθος για την κάθε λογής εξουσία, η ντομπροσύνη και η μπαμπεσιά, τι σημαίνει να είσαι επωμισμένος το οικογενειακό σου όνομα και παρελθόν, η ανάγκη για φιλί, η λαχτάρα για το επιπλέον και το άγνωστο, ακόμα κι αν αυτό θα είναι καταστροφικό, είναι μερικές από τις ροπές που κατοικούν διαχρονικά την ανθρώπινη ψυχή. Οι πράξεις και τα λόγια μας τιθασεύονται. Πώς όμως να κουμαντάρεις και να βάλεις χαλινάρι στα ένστικτα, σε ό,τι ερεβώδες ή χαμερπές υπάρχει μέσα μας;

 

Κάθε ιστορία μπορεί να διαβαστεί με διαφορετική σειρά από αυτή που τις τοποθετήσατε εσείς στο βιβλίο. Ήταν τυχαία ή εξυπηρετεί συγκεκριμένο λόγο η δική σας επιλογή;

-  Το βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει και σαν πινακοθήκη νεότερων “ομηρικών” ηρώων. Ο αναγνώστης είναι αυτός που θα διαλέξει πόσο χρόνο θα αφιερώσει σε κάθε πίνακα, καθώς επίσης και με ποια σειρά θα τους δει - διαβάσει.

 

Θα μείνω στη διαφορετικότητα,μια και η δική μου ανάγνωση "είδε" έντονο αυτό το στοιχείο σε πολλά επίπεδα. Είναι σκοπός του συγγραφέα να αναδεικνύει τη διαφορετικότητα με σκοπό την ανεκτικότητα και απώτερο σκοπό την ομαλή συμβίωση;

- Ζούμε σε μια εποχή όπου ο φασισμός έχει πάρει πολλές και ποικίλες μορφές. Δεν αναφέρομαι μονάχα στην κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση, με τον παραλογισμό τόποι και χωριά που μαρτύρησαν στην Κατοχή από τον αγκυλωτό σταυρό να εκλέγουν σήμερα αυτούς που ορκίζονται στ΄ όνομά του. Πιο πολύ με φοβίζει η σκέψη ότι λόγω της σημερινής ζοφερής κατάστασης χάνουμε μέρα με τη μέρα τη διάθεση να απλώσουμε το χέρι μας στον αδύναμο, ενώ ιδιωτεύουμε όλο και περισσότερο, αντιμετωπίζοντας τον άλλον, ακόμα κι αν είναι παιδάκι του δημοτικού, σαν τον εχθρό που έρχεται να κυριεύσει τα ιδιοκτησιακά και θρησκευτικά μας κεκτημένα. Βέβαια, ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι να δείχνει τα πράγματα όπως είναι ή όπως θα ΄πρεπε να είναι, χωρίς να τραβάει το αυτί του αναγνώστη και κυρίως δίχως να το παίζει δάσκαλος σε κατηχητικό. Μας το έμαθε κι αυτό ο Όμηρος: την ομορφιά και την αλήθεια τις κάνεις δικές σου μόνον όταν καταφέρεις να διώξεις από πάνω τους τα κομψευόμενα τερτίπια. Άρα η ανοχή στον άλλον, όποιου χρώματος κι αν είναι αυτός ή πεποιθήσεων, κρίνεται πρώτ΄ απ΄ όλα από το επίπεδο εκείνου που νομίζει ότι βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση. Ας μην ξεχνάμε εδώ και τον στίχο του ποιητή: “Μη ρωτάς για ποιον χτυπάει η καμπάνα / Για σένα χτυπάει”.

 

 

Κάποιοι μιλούν για το φαινόμενο της μικρής φόρμας ή της συλλογής διηγημάτων που ανθεί τα τελευταία χρόνια και υπερσκελίζει το μυθιστόρημα. Έχοντας δώσει δείγματα γραφής και στα δύο είδη ποια είναι η δική σας αίσθηση;


- Πρόκειται για δύο διαφορετικές βρύσες για κάθε στρατοκόπο, με το ίδιο όμως νερό. Εκείνο που διαφοροποιεί το διήγημα από το μυθιστόρημα είναι τα εργαλεία κατασκευής. Η προσοχή στη λεπτομέρεια, ο χρωματισμός και της παραμικρής συναισθηματικής έξαρσης, η αφαίρεση και ο υπαινικτικός τρόπος γραφής, η μεγάλη ελευθερία που δίνεται στον αναγνώστη να συμπληρώσει ο ίδιος τις παύσεις ταιριάζουν στο διήγημα. Από την άλλη, το μυθιστόρημα είναι ένα έργο που απαιτεί περισσότερο χρόνο, μεγαλύτερη προσήλωση στη σκιαγράφηση των προσώπων, στις αφηγηματικές ακολουθίες, στην ολοκλήρωση και τελείωση της αρχικής ιδέας του δημιουργού. Αναλόγως επομένως με τη δυναμική του θέματος επιλέγω κάθε φορά, ή μάλλον επιλέγομαι, για το αν κάποια ιδέα θα τη μεταπλάσω σε διήγημα ή σε μυθιστόρημα.

 

Εσείς,με ποιον ήρωα της Οδύσσειας ταυτίζεστε;


- Ταυτίζομαι στην τέχνη, είτε όταν παρακολουθώ κάποιο κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο είτε όταν διαβάζω ένα βιβλίο, σημαίνει ανακαλύπτω τον εαυτό μου στο είδωλο κάποιου προσώπου. Το οικειοποιούμαι, το προσαρμόζω στη δική μου ψυχοσύνθεση, ανακαλύπτω σ΄ αυτό το καθρέφτισμά μου. Η ταύτιση μας πηγαίνει πέρα από το “αυτός είμαι εγώ”, μας πηγαίνει “στο αυτός θα ήθελα να είμαι εγώ”. Άρα μιλάμε για μια ιδεατή κατάσταση, για το απατηλό φάρμακο της ψευδαίσθησης. Στη φάση της δημιουργίας η ταύτιση γίνεται παγίδα, γιατί, αν ο δημιουργός ταυτιστεί με κάποιο από τα πρόσωπα, μπορεί να οδηγηθεί στην εξιδανίκευση και τον εξωραϊσμό του. Οι πειρασμοί γράφοντας για τα 26 πρόσωπα της Οδύσσειας ήταν πολλοί και διαρκείς, αλλά προσπάθησα να τους κρατήσω σε απόσταση. Δεν μπορώ ωστόσο να κρύψω τη συμπάθειά μου για τον Ελπήνορα, που τον στοιχίζω μ΄ ένα άτυχο Κρητικόπουλο των Βαλκανικών Πολέμων, καθώς επίσης για τον αδικημένο, τόσο από τον Οδυσσέα όσο και από τον Όμηρο, Παλαμήδη.



 

Κυριάκος Αθανασιάδης:"Μπεστ-σέλερ δεν σημαίνει «καλό» ή «κακό» βιβλίο.

      

           Κυριάκος Αθανασιάδης




 

Συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα για την εφημερίδα Θεσσαλία

με αφορμή τον «Οδηγό συγγραφής» (Εκδόσεις Ψυχογιός)



"Μπεστ-σέλερ δεν σημαίνει «καλό» ή «κακό» βιβλίο. Το καλό ή το κακό έχει να κάνει με το γούστο μας, την ιστορία της λογοτεχνίας και την επιστήμη της λογοτεχνικής κριτικής."



Το νέο βιβλίο του ,ο Οδηγός συγγραφής,ένα εγχειρίδιο 

στηριγμένο σε 50 κανόνες που πατούν γερά στα πόδια τους και προσφέρουν απλές, σαφείς και πρακτικές συμβουλές «από τα μέσα" είναι η αφορμή της συνομιλίας μας με τον συγγραφέα του,Κυριάκο Αθανασιάδη. Το βιβλίο καταρρίπτει τους μύθους σχετικά με το γράψιμο τονώνοντας τη θέληση των νέων (αλλά όχι μόνο) πεζογράφων να γράψουν καλή λογοτεχνία, να συνεχίσουν να γράφουν μέχρι το πολυπόθητο ΤΕΛΟΣ, να εκδώσουν το βιβλίο τους και να το δουν να πετυχαίνει.

Ποιος είπε ότι το ταλέντο αρκεί για να γραφτεί ένα καλό βιβλίο;

Ποιος είπε ότι η λογοτεχνία δεν υπακούει σε κανόνες και μάλιστα αυστηρούς;




Χαριτίνη Μαλισσόβα: «Οδηγός Συγγραφής» ο τίτλος του βιβλίου σας με 50 οδηγίες προς επίδοξους συγγραφείς, οι οποίες κρίνω ότι ξεφεύγουν από τα όρια του εγχειριδίου. Εξηγήστε μας.

Κυριάκος Αθανασιάδης: Δεν ξέρω αν ξεφεύγουν. Αλλά ούτε το βιβλίο αφορά μόνο επίδοξους συγγραφείς. Και, καθώς πληροφορούμαι, δεν διαβάζεται μόνο από επίδοξους συγγραφείς — και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Απευθύνεται σε οποιονδήποτε γράφει και σε όλους όσους ασχολούνται γενικότερα με την πεζογραφία, είτε αναγνώστες είναι αυτοί, είτε κριτικοί λογοτεχνίας. Πρακτικά, έχει να κάνει με δύο πράγματα. Θέλει να καταδείξει, αρχικά, πως καλό είναι να ονειρεύεται να γίνει κανείς, π.χ., Μούζιλ, αλλά αποκλείεται να τα καταφέρει αν δεν μπορεί πρώτα να γράψει ένα «κανονικό» μυθιστόρημα. Και, κατά δεύτερον, πως αυτό το «κανονικό» μυθιστόρημα είναι ένας άγνωστος τόπος που θέλει τρομερή δουλειά και αφοσίωση για να τον προσεγγίσεις. Και ότι το ταλέντο είναι απαραίτητο ασφαλώς, αλλά όσο απαραίτητο είναι και στη μαγειρική: κανείς άνθρωπος με μαγειρικό ταλέντο δεν θα μαγειρέψει καλά αν δεν μάθει να μαγειρεύει. Και αν δεν έχει πρώτες ύλες.

 

Χ.Μ.: Η γραφή είναι τέχνη και διδάσκεται, γράφετε. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί πολλές σχολές που διδάσκουν δημιουργική γραφή.Έχουν δημιουργήσει, αντίστοιχα, επαρκείς συγγραφείς;

Κ Α.: Σχεδόν όλοι οι σύγχρονοι συγγραφείς, οι γνωστοί, οι βραβευμένοι, οι πολυμεταφρασμένοι, έχουν βγει από σχολές δημιουργικής γραφής, που είναι πραγματικά πανεπιστήμια υψηλού επιπέδου και παρέχουν τρομερές γνώσεις στους σπουδαστές τους. Τρομερές και ανεκτίμητες. Κανείς δεν μπορεί να τις βρει από μόνος του. (Κανείς = ένα στατιστικώς ασήμαντο ποσοστό). Δεν έχω άποψη για τις αντίστοιχες σχολές στην Ελλάδα ή για τα αντίστοιχα σεμινάρια, είμαι σίγουρος πως κάποια από αυτά θα παρέχουν ένα καλό πλαίσιο σπουδών.

 

Χ.Μ.: Είναι γενική η αντίληψη ότι για να γράψει κάποιος πρέπει πρώτα να έχει διαβάσει πολύ. Αυτό, ωστόσο, δεν συμβαίνει σε αρκετές περιπτώσεις ευπώλητων συγγραφέων. Θέλετε να σχολιάσετε;

Κ.Α.: Ομολογώ πως δεν έχω κανένα τέτοιο αντιπαράδειγμα. Εάν όντως υπάρχουν τέτοιοι, οφείλουμε να τους βγάλουμε το καπέλο. Αλλά το αποκλείω να υπάρχουν.

 

Χ.Μ.: Οι οδηγίες σας έχουν αρκετή δόση χιούμορ που αφήνει την εντύπωση ότι έχετε διαβάσει αρκετά «κακά» κείμενα και θέλετε να αποτρέψετε ίσως και να προστατέψετε τους επίδοξους «κακούς» συγγραφείς. Ισχύει κάτι από αυτά;

Κ.Α.: Όλοι οι αναγνώστες όλων των εκδοτικών οίκων διαβάζουν κυρίως άσχημα πρωτόλεια, αυτά αποτελούν το συντριπτικό ποσοστό της δουλειάς — στην Ελλάδα και παντού. Ο Οδηγός μπορεί να βοηθήσει εδώ, αρκεί να καταλάβει κανείς ότι χρειάζεται δουλειά, ότι δεν έχει ανακαλύψει καμία Αμερική. Αρκεί δηλαδή να πάρει τους κανόνες σοβαρά, κατά γράμμα (το εννοώ το «κατά γράμμα»), και να τους εφαρμόσει. Με άλλα λόγια: να δουλέψει. Αν δεν δουλέψει, έχει ελάχιστες έως καμία πιθανότητες να τα καταφέρει. Χωρίς δουλειά (σωματική, αγχωτική, χρονοβόρα) δεν θα ξεπεράσει τη μετριότητα ποτέ. Δεν υπάρχει περίπτωση. Εκτός αν είναι ο Κάφκα. Αλλά αν είναι ο Κάφκα δεν θα διαβάσει τον Οδηγό, ούτε αυτή τη συνέντευξη.

 

Χ.Μ.: Πολλά βιβλία γράφονται, αρκετά εκδίδονται, λίγα, ωστόσο, αναγνωρίζονται από το αναγνωστικό κοινό. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Κ.Α.: Αντιστοίχως, πολλοί άνθρωποι γεννιούνται, ένα ελάχιστο ποσοστό τους παίζει κρίσιμο ρόλο στην Ιστορία, και για πολύ λίγους από τους τελευταίους γράφονται επαινετικές βιογραφίες πολλά χρόνια μετά τον θάνατό τους. Αυτή είναι η συνθήκη της ζωής: η κοινή ανθρώπινη μοίρα. Ειδικώς στα βιβλία, η τύχη ή οι συγκυρίες μπορεί να σβήσουν από τη συλλογική μνήμη κάποιους τίτλους που θα άξιζαν να επιβιώσουν. Ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί το αντίθετο; Αλλά, συγκριτικά πάντα, είναι τόσο λίγα τα μνημειωδώς καλά έργα, τα αριστουργήματα. Δόξα τω Θεώ, όσα μένουν, αριστουργήματα ή απλώς καλά, είναι άπειρα: δεν θα προλάβουμε ποτέ να τα διαβάσουμε όλα, ή να τα αναγνωρίσουμε καν. Κυρίως: δεν θα προλάβουμε καν να πιάσουμε στα χέρια μας ούτε ένα πολλοστημόριο των τίμιων βιβλίων, αυτών δηλαδή που μας κρατούν στη ζωή και μας συντροφεύουν καλά. Δεν μας κρατά ο Τζόις στη ζωή, ούτε μας συντροφεύει.

 

Χ.Μ.: Και γιατί άλλα βιβλία, που δεν πληρούν τις οδηγίες σας, βρίσκονται στις λίστες των ευπώλητων; Είναι ανάλογο το επίπεδο της πλατιάς μάζας των αναγνωστών με αυτό των τηλεθεατών;

Κ.Α.: Όλα τα ευπώλητα ακολουθούν τους περισσότερους κανόνες. Και ο Ντίκενς τούς ακολουθεί, και η ροζ λογοτεχνία τούς ακολουθεί. Και ο Ντοστογιέφσκι, και η Άγκαθα Κρίστι. Δεν είναι δικοί μου οι κανόνες, είναι του είδους. Εγώ απλώς τους καταγράφω, τους βάζω σε μια σειρά και τους αφηγούμαι με τον τρόπο μου. Ίσως μόνο κάποια να μην ακολουθούν τον κανόνα της επανάληψης, ή κάποιον παρεμφερή, αλλά να έχουν, από την άλλη, καλή δομή, μια ενδιαφέρουσα ιστορία ή αξιομνημόνευτους χαρακτήρες. Μπεστ-σέλερ δεν σημαίνει «καλό» ή «κακό» βιβλίο. Το καλό ή το κακό έχει να κάνει με το γούστο μας, την ιστορία της λογοτεχνίας και την επιστήμη της λογοτεχνικής κριτικής.Από εκεί και πέρα, δεν μπορούν να υπάρξουν αναλογίες ανάμεσα στην τηλεόραση και την πεζογραφία, εκτός από την παραδοχή πως οι πρώτες σαπουνόπερες (αυτέ εννοούμε όταν κάνουμε τη σύγκριση βιβλίου-τηλεόρασης) ήταν τα ογκώδη ρομαντικά μυθιστορήματα που εκδίδονταν πολλές δεκαετίες πριν την εφεύρεση, όχι της τηλεόρασης, αλλά και αυτού του ραδιοφώνου. Έντονες αναλογίες υπάρχουν ως προς τον κινηματογράφο μόνο και τις μίνι σειρές.

 

Χ.Μ.: Υπάρχουν επαρκείς —ποιοτικά, κυρίως— αναγνώστες στην Ελλάδα;

Κ.Α.: Όλες οι χώρες με ισχυρή και παλαιά κοινοβουλευτική παράδοση έχουν επαρκείς αναγνώστες, αναγνώστες που επιλέγουν με σαφή κριτήρια ποιότητας — ανεξαρτήτως είδους. Το κοινό όμως στην Ελλάδα δεν είναι μεγάλο. Απλώς αυτό. Ποτέ δεν ήταν (τα τιράζ σε εποχές που γραφόταν κατά τεκμήριο υψηλή λογοτεχνία είναι αστεία, μιλάμε για μερικές χεριές βιβλία), αλλά πλέον δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Ο σκληρός πυρήνας των αναγνωστών αριθμεί μερικές χιλιάδες ανθρώπους όλους κι όλους, που δεν θα γέμιζαν καν ένα γήπεδο μεσαίας ομάδας. Δεν επαρκούν αυτοί οι καταναλωτές (το βιβλίο, θυμίζω, είναι κάτι που πωλείται, είναι καταναλωτικό αγαθό, προϊόν) για να συνεχίσει να υπάρχει μία υγιής αγορά. Ας είναι καλά οι αναγνώστριες και τα πολυσέλιδα γυναικεία μυθιστορήματα, καθώς και τα αστυνομικά βιβλία που κρατούν εν ζωή εκδότες και βιβλιοπώλες. Και τα βιβλία αυτοβοήθειας, από όσο ξέρω. Χωρίς αυτά, μαζί και με τα εικονογραφημένα βιβλία για παιδιά προσχολικής ηλικίας, οι περισσότεροι οίκοι θα κατέρρεαν.

 

Χ.Μ.: «Το βιβλίο αφορά κυρίως το μυθιστόρημα», όπως ο ίδιος γράφετε κάπου. Γιατί οι περισσότεροι λογοτέχνες προτιμούν τις μικρότερες φόρμες;

Κ.Α.: Αν το κάνουν, το κάνουν πιστεύοντας πως γράφουν μυθιστόρημα. Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Όχι πάντα. Πάρα πολλοί γράφουν εκτεταμένα διηγήματα που καλύπτουν όγκο νουβέλας και τιτλοφορούνται μυθιστορήματα. Αυτό είναι πρόβλημα, και όχι μόνο ειδολογικό ή καταλογογράφησης. Είναι δομικό πρόβλημα. Κάθε ένα από τα τρία είδη έχει τους δικούς του κανόνες και τις δικές του δυσκολίες. Το μυθιστόρημα απαιτεί μεγάλη προετοιμασία, αυστηρή δομή, συνήθως πολλούς χαρακτήρες, έχει μία ροή μέσα στο χρόνο. Είναι, δε, αναγνωρίσιμο από μακριά: από τον όγκο του. Το διήγημα είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο, κι ας μοιάζει με το χαϊκού της πεζογραφίας, που υποτίθεται μπορεί να το γράψει ο καθένας. Είναι μία λεπτεπίλεπτη άσκηση αφαίρεσης που συνήθως προϋποθέτει μεγάλη ηλικία, πείρα και μία σχετική απομόνωση. Όσο για τη νουβέλα, ναι — τέτοιες διαβάζουμε αρκετές από Έλληνες συναδέλφους, και πολλές από αυτές είναι καλές.

 

Χ.Μ.: Ποιους λογοτέχνες ξεχωρίζετε; Ποια βιβλία διαβάσατε πρόσφατα και σας άρεσαν;

Κ.Α.: Ξεχωρίζω όσους γνωρίζουν τόσο καλά τους κανόνες της πεζογραφίας, τους έχουν αφομοιώσει τόσο σπουδαία, που μας χαρίζουν μεγάλους τόπους για να περιηγηθούμε μέσα τους. Μεγάλες εκτάσεις. Και αυτούς που είναι μάστορες στην αφήγηση και σε παρασέρνει ο μύθος τους χωρίς να το προσέχεις καν. Η αφήγηση είναι το παν. (Μην πάει ο νους στο κακό: οι περισσότεροι είναι μπεστσελεράδες, «ανυπόληπτοι»). Τα δέκα τελευταία βιβλία που διάβασα και μου άρεσαν, της πρόσφατης βιβλιοπαραγωγής: B. A. Paris, «Πίσω από κλειστές πόρτες» (Bell), Shirley Jackson, «Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο» (Μεταίχμιο), Φίλιπ Κ. Ντικ, «Τα τρία στίγματα του Πάλμερ Έλντριτζ» (Κέδρος), Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, «Αναλωμένοι» (Τόπος), James Ellroy, «Perfidia» (Κλειδάριθμος), Τομπ Ρομπ Σμιθ, «Η φάρμα» (Πατάκης), Franz Hessel, «Απόκρυφο Βερολίνο» (Κριτική), Ντον Γουίνσλοου, «Το καρτέλ» (Καστανιώτης),Jean-Marie Blas de Roblès, «Το Νησί του Σημείου Νέμο» (Πόλις), Έμα Κλάιν, «Τα κορίτσια» (Ψυχογιός).

 

Χ.Μ.: Είναι, εντέλει, το γράψιμο πολυτέλεια;

Κ.Α.: Όχι, πολυτέλεια (για όσους έχουν ελευθερία και δημοκρατία) είναι τα ταξίδια, τα γρήγορα κόκκινα αυτοκίνητα, τα ακριβά ρούχα και τα συναφή. Το γράψιμο της πεζογραφίας είναι είτε χόμπι είτε επάγγελμα. Κάποιοι το θεωρούν και τέχνη, αλλά προτού το πουν δυνατά ας σκεφτούν ότι και οι τραγουδιστές στα μπουζούκια «καλλιτέχνες» αυτοχαρακτηρίζονται. Τέχνη είναι μόνο αυτό που λένε—τις σπανιότατες εκείνες φορές που το λένε— κάποιοι άλλοι για μας όταν εμείς έχουμε φύγει.



Κυριάκος Αθανασιάδης,"Οδηγός συγγραφής",εκδ.Ψυχογιός



"Ο Κυριάκος Αθανασιάδης, υπηρετώντας το βιβλίο απ’ όπου μπορεί κανείς να φανταστεί, εξαιρετικός συγγραφέας και ενδεχομένως ο καλύτερος επιμελητής, δημιουργός της ξένης σειράς orbis literae που έχει αφήσει εποχή, κάνει την πλέον γενναιόδωρη κίνηση,γράφει η Ελέμη Γκίκα στο Έθνος.

Συγκεντρώνει τις γνώσεις του και την εμπειρία του σε 50 κανόνες που περιλαμβάνονται στον «Οδηγό Συγγραφής». Απαντώντας σε κάθε πιθανή απορία, λύνοντας το όποιο πρόβλημα, βάζοντας τις βάσεις τελικά και σκιαγραφώντας αρμούς. Το μυθιστόρημα, εξάλλου, ας μη το ξεχνάμε είναι και αρχιτεκτονική."

" Ο Οδηγός Συγγραφής δεν απευθύνεται μόνο σε συγγραφείς,αλλά αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εγχειρίδιο για κάθε αναγνώστη που εμβαθύνει στα      βιβλία που διαβάζει.

Οι 50 κανόνες αποτελούν μικρής έκτασης,αλλά περιεκτικότατα σεμινάρια γραφής."

Χαριτίνη Μαλισσόβα.




Βιογραφικό

Ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1963. Είναι συγγραφέας, επιμελητής εκδόσεων, αναγνώστης σε εκδοτικούς οίκους και συνιδρυτής του πολιτιστικού-πολιτικού σάιτ και διαδικτυακού ραδιοφώνου Αμάγκι (www.amagi.gr). Πεζογραφικά βιβλία: Ιστορίες Υπερβολής (διηγήματα, «Ροές» 1987, β΄ έκδ. «Δήγμα» 2010), Δώδεκα (μυθιστόρημα, Καστανιώτης 1991), Μικροί Κόσμοι (μυθιστόρημα, Λιβάνης 1996), Το Σάβανο της Χιονά της (μυθιστόρημα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες» 2002), Το Βασίλειο του Αποχαιρετισμού (νουβέλα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες» 2002), Πανταχού Απών (μυθιστόρημα, «Τυπωθήτω» 2007), Κακορραφίες (διηγήματα, «Δήγμα» 2009), Ζα Ζα (μυθιστόρημα, «Free Thinking Zone» 2012), Ξυράφια /Razors (θεατρικό, δίγλωσση έκδοση, «Free Thinking Zone» 2013), Η Κόκκινη Μαρία (μυθιστόρημα, «Διόπτρα» 2014). Βιβλία για παιδιά: Ο χιονάνθρωπος που ήθελε να γίνει Αϊ-Βασίλης («Μίνωας» 2002), Η βίλα των πνευμάτων («Μίνωας» 2003), Μαγική εικόνα («Μίνωας» 2003), Σαντιγί για μάγισσες («Μίνωας» 2003), Ο άγριος Βασίλης («Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 2003), Μάγος είσαι ; («Φαντασία» 2004),  Οι περιπέτειες του Μεφίστο («Κέδρος» 2016). Επίσης, έχει εκδώσει 6 μυθιστορήματα φαντασίας για εφήβους, με ψευδώνυμο.



23 Οκτωβρίου 2016

Το κρυφό ημερολόγιο του Χίτλερ",Χάρης Βλαβιανός "Οι Ναζί της διπλανής πόρτας,Eric Lichtblau"

Αναγνώσεις και αναγνώσματα
Επίκαιρα,αλλά πάντα διαχρονικά βιβλία.

Δύο προτάσεις βιβλίων με αφορμή την εθνική επέτειο.

Επιμέλεια:Χαριτίνη Μαλισσόβα.


Χάρης Βλαβιανός,Το κρυφό ημερολόγιο του Χίτλερ,εκδ.Πατάκη.


Ο συγγραφέας Χάρης Βλαβιανός ανασυνθέτει την περίοδο του εγκλεισμού του Χίτλερ στη φυλακή και μας παραδίδει ένα φανταστικό ημερολόγιο, Το «Κρυφό Ημερολόγιο του Χίτλερ», με την ακρίβεια του ιστορικού και τη διορατικότητα του συγγραφέα.

Στο βιβλίο του ο Χάρης Βλαβιανός επιδιώκει να ανασυστήσει τον χαρακτήρα του Χίτλερ. «Τις εμμονές του, τις φοβίες του, τα πάθη του, τα μίση του, τα συμπλέγματά του, τις προκαταλήψεις του και φυσικά τις ιδέες του. Ο Χίτλερ ωστόσο, επέμενε να αποκαλεί τον εαυτό του σοβαρό πολιτικό στοχαστή, όταν στην πραγματικότητα, όσα παρουσίαζε ως «σκέψεις» και «αναλύσεις» του δεν ήταν παρά κοινότοπες, επηρμένες ιδέες ενός φαντασιοκόπου αρχομανούς, που δε διέφεραν και πολύ από εκείνες που διατύπωναν διάφοροι αργόσχολοι εθνικιστές, ανάμεσα σε καπνούς από τσιγάρα και αναθυμιάσεις από αλκοόλ, στα καφενεία του Μονάχου, του Βερολίνου της Βιέννης. Έτρεφε τυφλό μίσος για τους Εβραίους, τους κομμουνιστές, τους Ρώσους και γενικότερα τους Σλάβους. Απέναντι στην Αγγλία και την Αμερική αισθανόταν μειονεκτικά και ο σεβασμός του μετατρεπόταν εύκολα σε φθόνο. Τον ενδιέφερε τα μέγιστα ο ρόλος του ηγέτη, η χειραγώγηση των μαζών, η προπαγάνδα, η φυσιογνωμία του κόμματός του σε σχέση με τα άλλα δεξιά κόμματα της Γερμανίας καθώς και η στάση συγκεκριμένων συνοδοιπόρων του απέναντι στις ηγετικές φιλοδοξίες του».

Ο συγγραφέας Χάρης Βλαβιανός ανασυνθέτει την περίοδο του εγκλεισμού του Χίτλερ στη φυλακή και μας παραδίδει ένα φανταστικό ημερολόγιο, Το «Κρυφό Ημερολόγιο του Χίτλερ», με την ακρίβεια του ιστορικού και τη διορατικότητα του συγγραφέα.

«Ανέκαθεν με προβλημάτιζε το «φαινόμενο Χίτλερ». Πώς ένας ασήμαντος ταπεινής καταγωγής και ελλιπούς μορφώσεως εμμονικός άνθρωπος κατάφερε να σαγηνεύσει τους Γερμανούς, να τους συνεπάρει, να διεμβολίσει με την ελλειπή ρητορεία του την πολιτική συνθήκη του καιρού του να οδηγήσει ολόκληρη τη χώρα στον πιο καταστροφικό για ολόκληρο τον κόσμο και για την ίδια μονοπάτι και να αποτελέσει την προσωποποίηση του απόλυτου κακού;» γράφει ο Χάρης Βλαβιανός. 

Στο βιβλίο αναδεικνύεται η διαδρομή μέσα από την οποία ένας πνευματικά ρηχός και συναισθηματικά ανάπηρος πρώην δεκανέας, «χωρίς κανένα δεσμό έξω από το ίδιο του το Εγώ», όπως έγραψε ο Σεμπάστιαν Χάφφνερ, επένδυσε στην αδηφάγο εγωμανία του στην εξουσία και κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλη την αιμοσταγή σφραγίδα του στον αιώνα που πέρασε. 

Στο ημερολόγιο καταγράφει επί δεκατρείς μήνες σχεδόν, λεπτομερώς, τι έκανε κάθε μέρα, τι έφαγε, αν έφαγε ή δεν έφαγε, αν πάχυνε, τι σκέφτηκε, ποιους από τους φίλους του εκτιμά και ποιους απλώς χρησιμοποιεί. Και ενώ, στην αρχή, νιώθει απογοητευμένος –«Δεν αξίζει να δώσω τη ζωή μου σε τούτη την υπόθεση. Ας το διάολο. Και η Γερμανία επίσης» –, σιγά σιγά αναλαμβάνει ηθικά και αρχίζει να κάνει σχέδια, να χτίζει τα θεμέλιά του πάνω στους φιλοσόφους που προαναφέρθηκαν. Αισθάνεται ότι είναι το αιλουροειδές που κρυμμένο περιμένει την ευκαιρία να εκτιναχτεί. Αρχίζει να βλέπει τη φυλακή σαν διακοπές στα βουνά, και εκεί σκέφτεται πως οι Εβραίοι είναι στείρος λαός γιατί είναι λαός της ερήμου. Μέσα στη φυλακή κάνει ομιλίες τις οποίες παρακολουθούν και οι δεσμοφύλακες. Ο γερμανικός λαός είναι ο «περιούσιος λαός που οδεύει με εμένα οδηγό προς τη Γη της Επαγγελίας». «Είμαι η ζωντανή ενσάρκωση των πόθων του έθνους». Ο ηγέτης πρέπει να είναι αδίστακτος και αδυσώπητος. Οι Βάνδαλοι και οι Βησιγότθοι έσωσαν τη δυτική κληρονομιά, όταν κατέλαβαν τη Ρώμη που την είχαν καταλάβει οι Εβραίοι. Εμείς είμαστε οι κληρονόμοι του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Όποιος θέλει να ξεκινήσει έναν νικηφόρο πόλεμο πρέπει να υποδαυλίσει τα πάθη του λαού, «το μίσος για τους Γάλλους, Σλάβους και φυσικά τους Εβραίους». Καλά κάνει «ο Ρασκόλνικοφ και σκοτώνει τη σκατόγρια... Όμως ο Ντοστογέφσκι είναι ένα φίδι... Βάζει τον ήρωά του να βασανίζεται από τύψεις και να υποκύπτει στη δουλική χριστιανική ηθική». Ο Παύλος είναι αγύρτης, δημιούργησε μια θρησκεία για δούλους: «Δούλοι όλου του κόσμου ενωθείτε». Οι Γερμανοί πρέπει να διαβάζουν τον Καντ και όχι εκείνο «το παχύδερμο τον Ακινάτη» που έτρωγε το καταπέτασμα πριν αμολήσει ένα δόγμα και οι μοναχοί είχαν λαξεύσει το τραπέζι για να χωράει η κοιλιά του.

Θαυμάζει τον Κεμάλ, γιατί είναι πραγματικός ήρωας, τον Ναπολέοντα, τον Αννίβα. Ο Χέγκελ είναι καλός, αλλά η φιλοσοφία πρέπει να επηρεάζει τη ζωή των ανθρώπων και όχι να αναπαύεται στα σκονισμένα ράφια μιας πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης (!). Ο Ρόζενμπεργκ του στέλνει ένα βιβλίο για τον Λούθηρο. Στην αρχή δυσανασχετεί, αλλά όταν βλέπει τι λέει για τους Εβραίους θέλει να τον ανακηρύξει «προστάτη του Κόμματός» του. Συμφωνεί με τον Νίτσε που προκρίνει τη διονυσιακή πλευρά και όχι την απολλώνια του ελληνικού πολιτισμού, θεωρεί άρρωστο το μυαλό του Σωκράτη, και αναρωτιέται «γιατί ο Χέλντερλιν και ο Γκαίτε θαύμαζαν την κλασική Αθήνα». Σε ένα ποίημα του Χάινε διαβάζει ότι ο ποιητής θα συγχωρούσε τους εχθρούς του αν τους έβλεπε κρεμασμένους στα δέντρα αλλά ποτέ ζωντανούς. Ο Χίτλερ λέει πως αυτή η εικόνα με τους εχθρούς κρεμασμένους στα δέντρα του κήπου «είναι υπέροχη». Για τους πρωτοποριακούς Γερμανούς ζωγράφους λέει ότι είναι τρελοί και ζωγραφίζουν τον ουρανό πράσινο και το γρασίδι μπλε. Ποιος ευθύνεται γι’ αυτήν αλλά και για όποια άλλη κατάντια; 

Το βιβλίο είναι ένα συναρπαστικό αφήγημα γιατί εκθέτει βήμα βήμα και πόντο πόντο αυτή την παρανοϊκή προσωπικότητα, που διαβάζει τα πάντα και έχει άποψη για τα πάντα, που διαστρεβλώνει τόσο έντεχνα τους φιλοσόφους και στοχαστές για να εντάξει στην επιχειρηματολογία του ό,τι συμπλέει με το λυσσαλέο μίσος του για τους Εβραίους, με μόνιμη επωδό την ευθύνη τους για όλα. Παράλληλα, μας παρέχει έναν πλούσιο βιβλιοκατάλογο του τι διάβαζε και πώς αξιοποιούσε το κάθε τι.

Τελευταία καταγραφή, 19 Δεκεμβρίου 1924: «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου... Αύριο αποφυλακίζομαι. Αύριο αρχίζει ο πραγματικός Αγών μου!» και η συμφορά του κόσμου.

Το βιβλίο συμπληρώνουν σημειώσεις για πρόσωπα και καταστάσεις. Είναι ελκυστικό σαν ανάγνωσμα και γοητευτικό συνάμα, όσο κι αν είναι απεχθές το πρόσωπο, και συχνά με αυτά που λέει μας κάνει να γελάμε και να συμφωνούμε. Ο «χαρισματικός», από την ανάποδη, ηγέτης αποδείχτηκε ότι κατείχε πολύ καλά ή κακά την τέχνη της παραποίησης, της διαστρέβλωσης και της πειθούς.(πηγές:thetoc,lifo.gr)


Eric Lichtblau,"Οι Ναζί της διπλανής πόρτας"εκδ.Ποταμός


Το βιβλίο-ντοκουμέντο του βραβευμένου με Πούλιτζερ δημοσιογράφου Έρικ Λίχτμπλαου για το πώς η Αμερική έγινε ασφαλές καταφύγιο των χιτλερικών κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ποταμός

«Τα εγκλήματα που επιδιώκουμε να φέρουμε ενώπιον της δικαιοσύνης και να καταδικάσουμε υπήρξαν τόσο υπολογισμένα, τόσο κακόβουλα και τόσο ολέθρια, που ο πολιτισμός μας δεν επιτρέπεται να τα αγνοήσει, γιατί αν επαναληφθούν, αυτό θα σημάνει την ολοκληρωτική καταστροφή του». Ρόμπερτ Χ. Τζάκσον, κατήγορος στη Νυρεμβέργη (1945)

«Έχουν όλα ξεχαστεί. Έχουν όλα τελειώσει». Γιάκομπ Ράιμερ, πρώην αξιωματικός των SS, κάτοικος Νέας Υόρκης (1998)

Ο ηλικιωμένος άντρας αργοπέθαινε σ’ ένα γηροκομείο της Καλιφόρνιας μέχρι τη μέρα που ο γιος του έλαβε ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα από την Ουάσιγκτον: «Γνωρίζατε πως ο πατέρας σας ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος των Ναζί και στενός συνεργάτης του Άντολφ Άιχμαν;»


Ήταν κοινό μυστικό επί χρόνια. Οι αμερικανικές αρχές έστησαν
 στην μεταπολεμική Γερμανία ένα πυκνό δίκτυο φυγάδευσης Ναζί αξιωματούχων οι οποίοι, με αλλαγμένα ονόματα και πλαστά στοιχεία ταυτότητας, εγκαταστάθηκαν στις ΗΠΑ για να στελεχώσουν την πολεμική βιομηχανία και τις υπηρεσίες κατασκοπίες. Οι αμερικανοί δεν ήταν οι μόνοι που ενοχοποιούνται για την φυγή ανώτερων στελεχών των SS, βασανιστών και φυλάκων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επιστημόνων και επιχειρηματιών που έπαιξαν ενεργό ρόλο στο Ολοκαύτωμα και σε άλλα εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν οι Ναζί σε όλη την Ευρώπη. Όπως είναι γνωστό, η Καθολική Εκκλησία έβαλε και αυτή το χεράκι της δημιουργώντας μια πραγματική «γέφυρα» σωτηρίας για όλους αυτούς προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Το βρώμικο κουβάρι της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγει στις αρχές της δεκαετίας τους ‘60, ο Τσακ Άλεν, ένας πεισματάρης ρεπόρτερ, με συνέπεια τη σύλληψη και την προσαγωγή σε δίκη αρκετών.

Όμως, η πλήρης έκταση της επιχείρησης, που ονομάστηκε Operation Paper Clip, παρέμεινε άγνωστη, ένα από τα πιο καλά φρουρούμενα μυστικά της CIA που είχε κάθε λόγο να μην επιθυμεί να γίνει γνωστή η ανάμειξη της στην δύσοσμη αυτή ιστορία.

Γι’ αυτό και η δημοσίευση το 2014 του βιβλίου «The Nazis Next Door: How America Became a Safe Haven for Hitler's Men»(ελληνικός τίτλος «Οι Ναζί της διπλανής πόρτας. Πώς η Αμερική έγινε ασφαλές καταφύγιο των χιτλερικών») υπήρξε κομβικής σημασίας. Σε αυτό ο βραβευμένος με Πούλιτζερ δημοσιογράφος Έρικ Λίχτμπλαου της εφημερίδας New York Times ξετυλίγει για πρώτη φορά το σχέδιο σε όλη την έκτασή του και αποδεικνύει πέραν κάθε αμφιβολίας την συμμετοχή των αμερικανικών υπηρεσιών σε αυτό. Μέσα από επίσημα έγγραφα, τα οποία απολάμβαναν μέχρι πρόσφατα της προστασίας του απορρήτου, αποδεικνύεται πως, την ίδια στιγμή που οι επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης στην Ευρώπη αναζητούσαν τρόπους επιβίωσης μέσα στα χαλάσματα, το επίσημο αμερικανικό κράτος επεξεργαζόταν μεθόδους για την «απονομή» της αμερικάνικης υπηκοότητας στον αρχηγό της μυστικής αστυνομίας της Λιθουανίας, κατηγορούμενο για τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων, και εκατοντάδων άλλων ομοϊδεατών του.




16 Οκτωβρίου 2016

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης "Η εμπειρία των προσφύγων είναι μια αθέλητη μετακίνηση από την επικράτεια του πολιτισμού σε αυτήν της επιβίωσης"

            Κωνσταντίνος Τζαμιώτης


"Η εμπειρία των προσφύγων είναι μια αθέλητη μετακίνηση από την επικράτεια του πολιτισμού σε αυτήν της επιβίωσης"


Το βιβλίο "Το Πέρασμα",ένα μυθιστόρημα βασισμένο στην σκληρή πραγματικότητα των προσφύγων που εισρέουν στην Ελλάδα είναι η αφορμή της σημερινής μας συζήτησης με τον συγγραφέα του Κωνσταντίνο Τζαμιώτη.
Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης θα βρίσκεται για την παρουσίαση του βιβλίου του  στο Βόλο την 
Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016, στις 8:30 μ.μ.,
στο στέκι πολιτισμού Μετα-Μορφώσεις (Μεταμορφώσεως 18Α)
με τη συνεργασία του βιβλιοπωλείου Η ΠΕΝΑ.
Για το βιβλίο θα μιλήσει ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος.
Σχολιάζει δημιουργικά η ομάδα ανάγνωσης 

του στεκιού πολιτισμού Μετα-Μορφώσεις. 



Στο "Πέρασμα" σκιαγραφείτε την αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος στην καρδιά των εξελίξεων, σε ένα ελληνικό νησί όπου καταφθάνουν συνεχώς άνθρωποι που ζητούν βοήθεια για να επιβιώσουν. Παράλληλα σκιαγραφείτε διαφορετικές στάσεις και συμπεριφορές των κατοίκων και των αρχών του νησιού. Εξηγήστε μας. 

 

Το Πέρασμα ξεκίνησε να γράφεται το 2012 μετά το περιστατικό στο Αγαθονήσι. Δεν είναι ένα βιβλίο που ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει ή να καταγράψει το προσφυγικό στο σύνολό του. Είναι ένα βιβλίο που εκκινεί από μια σύγχρονη πραγματικότητα στη Μεσόγειο για να αναμοχλεύσει κάτι ακόμη μεγαλύτερο και διαχρονικότερο, την αέναη πρόκληση της συνύπαρξης με τον Άλλο, τον ρόλο του ξένου στη λειτουργία κάθε κοινωνίας και τη δοκιμασία να διατηρήσει κανείς την ανθρωπιά του υπό αντίξοες συνθήκες.  Είναι επίσης, ένα μυθιστόρημα που θίγει ζητήματα ταυτότητας και την ανάγκη υπεράσπισης της –μια διαχρονική και σχεδόν αυτόματη αντίδραση λαών, κοινοτήτων και ατόμων–όποτε αντιμετωπίζουν μια πραγματική ή πλασματική εξωτερική απειλή.  

 

 

Οι ήρωές σας είναι κατ' εξοχήν προϊόντα μυθοπλασίας ή είναι υπαρκτά πρόσωπα; 

 

Το Πέρασμα είναι μυθιστόρημα. Όλα τα πρόσωπα είναι επινοημένα. Επειδή όμως το ενδιαφέρον μου εστιάζει στους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, εύκολα θα μπορούσε να αναγνωρίσει ο καθένας μας κάτι κοινό μ’ αυτούς. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή. Οι συνηθισμένοι άνθρωποι συνήθως δεν φέρονται ως ήρωες όχι γιατί στερούνται γενναιότητας αλλά κυρίως επειδή μπρος στα μεγάλα γεγονότα (ακόμη και όταν συμμετέχουν σ’ αυτά) αισθάνονται περισσότερο παρατηρητές παρά πρωταγωνιστές. Αυτό κατά κάποιο τρόπο περιορίζει τον ορίζοντα τους καθιστώντας αποσπασματική κάθε προσωπική μαρτυρία. Είναι η συλλογική θέαση αυτή που δημιουργεί ολοκληρωμένες εικόνες και παράγει νέα νοήματα.    

 

Πιστεύετε ότι οι Έλληνες είμαστε ρατσιστές και ξενοφοβικοί;

 

Οι Έλληνες είμαστε όπως κάθε άλλος λαός.  Κάθε κοινωνία διαθέτει ένα μικρό ποσοστό ατόφια σκληρών ανθρώπων, ένα μικρό ποσοστό αληθινά ευαίσθητων και τρυφερών ανθρώπων και μια θηριώδη πλειοψηφία που αναλόγως των συνθηκών και του γενικού πνεύματος της εποχής προσχωρεί μαζικά σε μια από τις πρώτες δύο κατηγορίες. Αυτή η κάπως αόριστη διαδικασία ανάλογα με την εξέλιξή της κάθε φορά, οδηγεί άλλοτε σε θηριωδίες και άλλοτε στην ειρήνη. Έχω την εντύπωση ωστόσο (για να επιστρέψουμε στα δικά μας) πως το θέμα του προσφυγικού έχει ακόμη πολύ μέλλον. Νομίζω πως δεν είδαμε ακόμη την κορύφωσή του. Πράγμα που σημαίνει πως εφόσον οι εξελίξεις συνεχίζουν να τρέχουν, το γενικό πνεύμα στην Ελλάδα παραμένει σχετικά αδιαμόρφωτο. Ως τώρα έχουμε γίνει μάρτυρες των ενεργειών μισαλλόδοξων και ρατσιστών από τη μία μεριά και «αλληλέγγυων» από την άλλη. Η μεγάλη πλειοψηφία παραμένει βουβή και ως ένα βαθμό εντελώς αμέτοχη. Πρέπει να περιμένουμε λοιπόν για να δούμε ποιοι πραγματικά είμαστε.  

 

Η άρνηση του συλλόγου γονέων σε σχολείο του Ωραιοκάστρου να δεχθούν παιδιά προσφύγων είναι πρόσφατη απόρροια της κατάστασης.

Πώς κρίνετε τη στάση τους; Θα δεχόσασταντα δικά σας παιδιά να συνδιδάσκονται με προσφυγόπουλα;

 

Οι αντιδράσεις των συλλόγων γονέων με βρίσκουν εντελώς αντίθετο. Ρίχνω όμως ευθύνες και στην Πολιτεία. Δεν πράττει τα δέοντα και μεταξύ όσων δεν κάνει της καταλογίζω πως δεν ενημερώνει και αρκετά. Αυτό αυξάνει τη σύγχυση και το φόβο ακόμη και καλοπροαίρετων πολιτών και δίνει συχνά την ευκαιρία σε ακραίες φωνές να επιβάλλουν τις ακραίες θέσεις τους. Είναι απαραίτητο τα παιδιά των προσφύγων να βοηθηθούν, οφείλω όμως να σημειώσω πως όλα όσα πρέπει να γίνουν, πρέπει να γίνουν με τρόπο που δεν θα επηρεάσει αρνητικά τη μαθητική πορεία των ελλήνων μαθητών. 

 

Οι διαφορετικές συνθήκες ζωής αναπαράγουν και διαφορετικές συμπεριφορές. Συμφωνείτε; 

 

Ασφαλώς οι διαφορετικές συνθήκες είναι ένας από τους παράγοντες που συν-διαμορφώνουν τη συμπεριφορά μας. Από την άλλη είναι θέμα προσωπικών επιλογών. Ο Δυτικός κόσμος στον οποίο ανήκουμε, είναι ένας κόσμος όπου τα χρήματα και τα υλικά αγαθά που αυτά προσφέρουν, αποτελούν το παν. Κι όμως δεν είναι όλοι οι Δυτικοί άνθρωποι εξαχρειωμένοι. Παρόμοια το πολιτισμικό πλαίσιο χωρών απ’ τις οποίες προέρχονται οι πρόσφυγες, είναι συχνά ένα πλαίσιο αναχρονιστικό και ιδιαίτερα σκληρό. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βρέθηκαν από ανάγκη στη χώρα μας, είναι απαραίτητα περισσότερο σκληροί από μας.  

 

 Ενώ οι ζωές των κατοίκων των νησιών και των περιοχών που φιλοξενούν πρόσφυγες, οι υπόλοιποι δείχνουμε να έχουμε ξεχάσει την ύπαρξή τους. Πόσο μας αφορά όλους το συγκεκριμένο ζήτημα και σε ποιο βαθμό; 

 

Η ειρήνη των τελευταίων δεκαετιών, η μαζική αποχαύνωση εξαιτίας του άκρατου καταναλωτισμού, η απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών, η κυριαρχία του οικονομισμού και ο επιζήμιος ρόλος των ΜΜΕ (για να αναφερθώ μόνο σε ορισμένους λόγους), οδήγησαν σε μια συλλογική λήθη και φύτεψαν στο κεφάλι των ανθρώπων την παράλογη ιδέα πως η Ιστορία τελείωσε και πως από δω και πέρα θα υπάρχουν μόνον Αγορές οι οποίες ξέρουν το συμφέρον τους και άρα αποκλείεται να επαναλάβουν τα λάθη του παρελθόντος, εγγυώμενες την αέναη πρόοδο. Αλλά η Ιστορία δεν τελείωσε, όπως τόσοι και τόσοι υποστήριζαν μέχρι πρόσφατα. Η Ιστορία ήταν πάντα εδώ.  Οι ντόπιοι και οι πρόσφυγες στο Πέρασμα βιώνουν κάτι που δυνητικά μπορούμε να ζήσουμε όλοι. Η εμπειρία τους είναι μια αθέλητη μετακίνηση από την επικράτεια του πολιτισμού στην επικράτεια της επιβίωσης. Τέτοιου είδους εμπειρίες δεν αφήνουν αλώβητη καμιά ζωή. 

Οφείλουμε να καταλάβουμε πως οι σημερινές προσφυγικές ροές και τα δράματα που συνεπάγονται δεν είναι κάτι πρωτόφαντο. Ο πόλεμος και οι φυσικές καταστροφές, ανέκαθεν ανάγκαζαν πληθυσμούς ολόκληρους να μετακινηθούν. Η Μεσόγειος για να μείνω στη γειτονιά μας δεν είναι τίποτα άλλο από ένα τεράστιο χωνευτήρι ανθρώπων και  πολιτισμών που δεν συναντήθηκαν πάντοτε με τη θέλησή τους. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Κουβαλάμε εδώ και αιώνες το ίδιο ιστορικό φορτίο με τους γείτονες μας και ως ένα κάποιο βαθμό μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα.  Αυτό ωστόσο ελάχιστη παρηγοριά προσφέρει σε όποιον εκτίθεται σε κάτι τόσο δραματικό όπως η προσφυγιά. Η εγγύτητα είναι μια λέξη κλειδί στην ιστορία που εξιστορείται στο Πέρασμα. Ανέκαθεν πίστευα πως η εγγύτητα τα αλλάζει όλα. Αλλιώς αντιμετωπίζεις τα πράγματα όταν τα παρακολουθείς στην οθόνη της τηλεόρασής σου και αλλιώς αντιδράς όταν η πραγματικότητα σού χτυπά την πόρτα.

Ασφαλώς και η πρόκληση της ενσωμάτωσης δεν είναι εύκολη υπόθεση μα σε τι βοηθά να ανακυκλώνονται ιδεοληψίες που αποδεδειγμένα δεν έχουν κανένα ιστορικό προηγούμενο; Ο άνευ όρων και ορίων διεθνισμός από την μία που παραβλέπει τις πραγματικές συνθήκες καθώς και τη σημασία και την ανθεκτικότητα των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και από την άλλη ο νέο-συντηρητισμός που αισθάνεται απειλημένος από κάθε είδους ετερότητα και βλέπει παντού θανάσιμους εχθρούς, προτείνοντας όλο και πιο ολοκληρωτικές μεθόδους, δεν πρόκειται να έχουν καλή κατάληξη. Πρέπει, έστω και καθυστερημένα, να στρέψουμε ειλικρινά την προσοχή μας στα πραγματικά αίτια που γεννούν φαινόμενα όπως οι προσφυγικές ροές, σκοπεύοντας στην εξάλειψή τους. Για τον δυτικό άνθρωπο αυτό ίσως σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλείψει ή να περιορίσει άμεσα κάποια από τα προνόμια του. Αυτοκριτική και μάλιστα αυστηρή επιβάλλεται και για τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Οτιδήποτε άλλο είναι καθαρή υποκρισία.

 

Η αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση του βιβλίου σας είναι ότι δεν παίρνετε το μέρος κανενός, ότι δεν υπάρχουν καλοί ή κακοί. Είναι στάση ζωής αυτό ή τακτική του συγγραφέα να αφήνει τον αναγνώστη να βγάζει τα δικά του συμπεράσματα; 

 

 

Συχνά, η ένταση, το μέγεθος και η δραματικότητα όσων παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια θολώνουν την κρίση μας και καλούμαστε να απαντήσουμε λάθος ερωτήματα. Νομίζω πως προέχει να καταλάβουμε πως το δίκιο δεν γέρνει αποκλειστικά προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Γι’ αυτό και τα πρόσωπα του βιβλίου με τις τόσο διαφορετικές θέσεις και αντιλήψεις τους δημιουργούν ένα σύμπαν γεμάτο αντιφάσεις. Αλλά αυτό είναι ο Κόσμος μας.  Γνώμη μου είναι πάντως πως όσο σημαντικό είναι το δικαίωμα όλων για ασφάλεια, ελευθερία και αξιοπρέπεια άλλο τόσο σημαντικό είναι για εκείνους που τα απολαμβάνουν ήδη να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής τους. 

 

Πόσο η λογοτεχνία οφείλει να συμβαδίζει με την επικαιρότητα;

 

Το μόνο που οφείλει η λογοτεχνία είναι να είναι λογοτεχνία. Από εκεί και πέρα δεν υπάρχουν ούτε απαγορευμένα θέματα, ούτε απαγορευμένες συνθήκες.Εκατοντάδες κλασσικά πια έργα μιλούν αποκλειστικά για την εποχή τους. Δεν βλέπω γιατί στις μέρες κάτι τέτοιο μοιάζει με παράβαση. Αναγνωρίζω ωστόσο πως ο συγγραφέας που καταπιάνεται με το παρόν, ο συγγραφέας που αναμετριέται με την εποχή του, ίσως αναλαμβάνει ένα μεγαλύτερο ρίσκο από τα συνηθισμένα Υπάρχει κίνδυνος το θέμα του να επισκιάσει την όποια καλλιτεχνική αξία του έργου του. Έχω πάντως την πεποίθηση πως μια τέτοια λογοτεχνία όταν δεν μπαίνει στον πειρασμό να δώσει απαντήσεις ή να υποδείξει εύκολες λύσεις, μπορεί να πλουτίσει την εμπειρία μας, να φωτίσει πτυχές μιας άλλης εξίσου πιθανής πραγματικότητας και να θέσει ερωτήματα ικανά να κλονίσουν τις συλλογικές μας βεβαιότητες. 

Η ερώτηση σας ωστόσο μού δίνει την ευκαιρία να προσθέσω και κάτι ακόμη. Όλο και πιο συχνά οι συγγραφείς καλούνται να απαρνηθούν το ρόλο του διανοούμενου που ενδιαφέρεται για τον έλεγχο της εξουσίας και τα δημόσια τεκταινόμενα και να περιοριστούν είτε στο ρόλο του διασκεδαστή ή, στην καλύτερη περίπτωση, του εκφραστή της κυρίαρχης ιδεολογίας των ημερών μας, της ιδιώτευσης και των υποτιθέμενων προνομίων που αυτή εμπεριέχει. Ομολογώ πως δεν είμαι ένας τέτοιος συγγραφέας. Όχι γιατί η ιδιωτία και οι νευρώσεις που την ακολουθούν μού είναι αδιάφορες ή άγνωστες αλλά γιατί αποτελούν σύμπτωμα και δεν ανήκουν στις κινητήριες δυνάμεις που ορίζουν τον κόσμο, δηλαδή την κατεξοχήν πρώτη ύλη για τη λογοτεχνία. Χρειάζεται όμως προσοχή, η λογοτεχνία δεν έρχεται φορτωμένη δώρα και λύσεις, η λογοτεχνία δεν ρωτά μόνον για όσα διαθέτει ήδη απαντήσεις, η λογοτεχνία –πάντα κατά την προσωπική μου άποψη–, καλείται να υπενθυμίζει πόσο πολύπλοκη, αντιφατική και απρόοπτη είναι η ανθρώπινη φύσης.



 


  Κωνσταντίνος Τζαμιώτης,"Το Πέρασμα",εκδ.Μεταίχμιο.


Μια χειμωνιάτικη νύχτα, σ’ ένα μικρό νησί του νοτίου Αιγαίου με 120 μόνιμους κατοίκους, ναυαγεί ένα καράβι με περισσότερους από 300 πρόσφυγες. Ο κακός καιρός, η γραφειοκρατία, η αδιαφορία αλλά κι η πρακτική αδυναμία των Αρχών, πρώτα της πρωτεύουσας και κατόπιν του γειτονικού Μεγάλου νησιού, καθυστερούν τις διαδικασίες περίθαλψης, καταγραφής, ελέγχου και μεταφοράς των νεοφερμένων, αναγκάζοντας τις δύο κοινότητες να συνυπάρξουν για τέσσερις μέρες.
Οι αριθμητικοί συσχετισμοί σε συνδυασμό με τις πιεστικές συνθήκες θέτουν τους δικούς τους κανόνες, ανατρέπουν δεδομένα και ρόλους, δοκιμάζουν μέχρις εσχάτων τις δύο πλευρές, βάζοντας σε σοβαρό κίνδυνο τις μεταξύ τους σχέσεις.

Κριτικές:
Γράφει ο Χρίστος Παπαγεωργίου στο diastixo:
Με το Πέρασμα ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης αποδεικνύει γιατί είναι ένας απ’ τους καλύτερους συγγραφείς της γενιάς του: γιατί μπορεί σχεδόν αυτόματα να καταθέτει γεγονότα που ζούμε όλοι μας ακριβώς όπως στις σελίδες των βιβλίων του, σε χρόνο δηλαδή παροντικό. 

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης γράφει το απόλυτο μυθιστόρημα για την προσφυγική κρίσηΑν ψάχνεις ένα διεισδυτικό σύγχρονο αφήγημα που βουτά στην καρδιά του προβλήματος, τότε το «Πέρασμα» είναι ένα βιβλίο για σένα.(Δ.Καραθάνος,athensvoice)

Η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη "Το Πέρασμα" είναι η περίπτωση ενός συγγραφέα που εμπνέεται ακριβώς από το βάρος που οφείλει να έχει η Ιστορία, παρουσιάζοντας έντονους συμβολικούς δεσμούς με τον Λοιμό. Ο συγγραφέας τολμά να πάρει θέση, υφαίνοντας μέσα από τα παραδείγματα των πολλών χαρακτήρων του το χαλί της ανθρώπινης κατάστασης στη σκιά της Ιστορίας και καταγράφοντας τις αναλογίες ανάμεσα στο μικρό και στο καθημερινό, αλλά και στο πολιτικό και στο μεγάλο.(Τ.Μανδηλαρά,Lifo)